Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΤΟΡΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΤΟΡΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Ο Γιαννάκης Γιολδάσης απαντά σε κατηγορίες εναντίον του για οικονομικές ατασθαλίες...

Ο Γιαννάκης Γιολδάσης απαντά σε κατηγορίες εναντίον του για οικονομικές ατασθαλίες.
Ανάμεσα στους καταγγέλλοντες συμπεριλαμβάνεται και ο Κωνσταντίνος Κλεπαΐτης! 

Μετοχιοποίηση τών διαλυμένων Ναυπακτιακών Μονών καί τά λοιπά Μετόχια τής Μονής Αμπελακιωτίσσης.

του Χ. Χαραλαμποπούλου.


Στό γενικό μέτρο τής διάλυσης τών μονών, πού είχαν λιγότερους από έξι (6) μοναχούς, μέ διάταγμα τής Αντιβασιλείας στίς 25 Σεπτέμβρη τού 1833 καταργήθηκαν καί οι επτά (7) μονές τής Ναυπακτίας.
Φυσιολογικά, λοιπόν, οι κάτοικοι αντέδρασαν καί οι προκριτοδημογέροντες από 34 χωριά τής επαρχίας μέ υπόμνημά τους στόν Όθωνα καί στό Υπουργείο Εκκλησιαστικών στίς 28 Ιαν. 1835 ζητούν τήν διατήρηση τής Μονής τής Αμπελακιώτισσας.
Βέβαια, εδώ υπήρχαν διαφωνίες ως πρός τό Μοναστήρι πού έπρεπε νά διατηρηθή. Η αναφορά τού Νομάρχη Αιτωλοακαρνανίας πρός τό Υπουργείο είναι εύγλωττη: «Ο Μητροπολίτης προτείνει νά διατηρηθή τό Μοναστήρι Βομβοκούς επ’ ονόματι τού Τίμιου Προδρόμου, αλλά ο Έπαρχος καί οι κάτοικοι επιθυμούν τήν διατήρηση τού Μοναστηριού Κοζίτσης επ’ ονόματι τής Παναγίας καί τούτο προτείνει καί η νομαρχία διά νά διατηρηθή εις αυτήν τήν επαρχίαν».
Τελικά μέ τό Οθωνικό Διάταγμα στίς 18 Μαΐου 1835 εγκρίνεται νά διατηρηθή στήν επαρχία Ναυπακτίας τό Μοναστήρι «Τής Θεοτόκου τό επιλεγόμενο τής Κοζίτσης» καί οι μοναχοί τών διαλυμένων Μονών της διατάσσονται από τόν Μητροπολίτη Ακαρνανίας Πορφύριο (7 Ιουνίου 1835) νά παρουσιαστούν καί νά υπηρετήσουν πλέον στό Μοναστήρι τής Κοζίτσας. Βέβαια, πολλοί μοναχοί δέν πειθάρχησαν, άλλοι παρέμειναν στίς διαλυμένες Μονές καί άλλοι κατοίκησαν στά χωριά τους.
Ο τρόπος μέ τόν οποίο έγινε η διάλυση τών Μονών αποτελεί στίγμα γιά τούς κρατούντες εκείνης τής εποχής. Θά μπορούσε νά γίνη συγχώνευση Μονών ή μετοχιοποίηση τών διαλυμένων στίς διατηρούμενες Μονές. Έτσι θά διασώζονταν τουλάχιστον τά κειμήλια καί οι μοναστικές εγκαταστάσεις μέ τά Καθολικά.
Τό διάταγμα τής Αντιβασιλείας στίς 24 Απριλίου 1835 γιά τούς Ιερούς Ναούς τών διαλυμένων Μοναστηριών είναι ενδεικτικό τής προχειρότητας μέ τήν οποία αντιμετωπίστηκε τό θέμα τής διάλυσης τών Μοναστηριών, γιά νά μήν πούμε ότι υποκρυπτόταν καί δολιότητα από τήν ετερόδοξη εξουσία.
Ο Επίσκοπος πού είχε τό κλειδί, αλλά έμενε στό Μεσολόγγι, ο ενοικιαστής τών κτημάτων τής διαλυμένης Μονής καί ο Δήμος γιά τήν ευταξία είναι οι υπεύθυνοι γιά τό Μοναστήρι. Τελικά οι ενοικιαστές έκαναν κουμάντο, αφού κατ’ ανάγκη είχαν καί τό κλειδί, μέ αποτέλεσμα οι περισσότερες μοναστικές εγκαταστάσεις νά καταρρεύσουν.
Από τήν εγκατάσταση επταμελούς αδελφότητας στό Μοναστήρι τής Αμπελακιώτισσας στήν αρχή μέ εκλεγμένο ηγούμενο τόν προηγούμενο Κύριλλο Κομνηνό καί μετά τόν ξαφνικό θάνατό του, πού συνέβη στίς 6 Ιαν. 1837, τόν προηγούμενο Θεόφιλο Παπαλόγη, άρχισε μιά εργώδης προσπάθεια τών ηγουμενοσυμβουλίων γιά τήν μετοχιοποίηση τών πρώην Μονών καί τήν απόδοση τών κειμηλίων τους στήν διατηρημένη Μονή.
Τί είναι όμως τό μετόχιο; Είναι παράρτημα τής κυρίαρχης Μονής, εκτός τής περιοχής της, υποτελές σ’ αυτήν καί οι μοναχοί, οι μετοχιάριοι, καί ο υπεύθυνος μοναχός, ο μετοχιάρxης, πού διαβιούν σέ αυτό, ελέγχονται από αυτήν.
Άς παρακολουθήσουμε τήν πορεία τών διαλυμένων Μονών, γιά νά δούμε εάν πράγματι ευοδώθηκαν οι προσπάθειες γιά τήν μετοχιοποίησή τους.
Οι διαλυμένες μονές στήν βόρεια Ναυπακτία (Κράβαρα) είναι:
1. Η Παναγία Καβαδιώτισσα Χώμορης, μέ τά μετόχια Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος Βαρένου Ελευθέριανης καί Αγία Τριάδα Χώμορης.
2. Ο Προφήτης Ηλίας Αράχοβας, μέ μετόχι τήν Παλιαράχοβα.
3. Η Μεταμόρφωση τού Σωτήρος Χρυσόβου, μέ μετόχι στήν Ασπριά.
4. Ο Άγιος Δημήτριος Κρυονερίων, μέ μετόχια τήν Παναγία Κοίμησης Θεοτόκου στήν Ελατόβρυση, πού καί σήμερα λέγεται Μετόχι, καί τόν Αη- Γιώργη Κονταρά στό Τρίκορφο.
Στήν νότια Ναυπακτία (Βενέτικο) είναι :
1. Ο Τίμιος Πρόδρομος Βομβοκούς, μέ Μετόχια στήν Σκάλα, στήν Φτέρη, στό Σερέλι Δάφνης καί στόν Γαλατά.
2. Η Παναγία Φιλοθέου Νεοκάστρου μέ μετόχια στή Σκάλα, στή Φτέρη, στόν Γαλατά καί στό Βρόμιαρι (Καστράκι) .
Μέ τό Οθωνικό διάταγμα 792/1838 όλα τά κτήματα τής Καβαδιώτισσας παραχωρήθηκαν στό διατηρημένο Μοναστήρι τής Αμπελακιώτισσας.
Η γραφειοκρατία παρέδωσε μόνο τό μετόχι Βαρένου καί ερμήνευσε τό διάταγμα κατά τό δοκούν. Τό Βαρένου, γιά τήν ιστορία, περιήλθε μέ συμβολαιογραφική πράξη στίς αρχές τού 1964 στήν Κοινότητα Ελευθέριανης. Τό άλλο μετόχι τής Αγίας Τριάδας περιήλθε τελικά σέ ιδιώτες καί δημιουργήθηκε ο γνωστός συνοικισμός.
Τό Ηγουμενοσυμβούλιο ανοίγει πόλεμο μέ τήν γραφειοκρατία καί ζητεί τήν άμεση απόδοση όλων τών περιουσιακών στοιχείων τής Καβαδιώτισσας. Φαίνεται όμως ότι τό βαθύ κράτος υπερίσχυσε, αφού στίς 29 Μαρτίου 1845 τό Μοναστήρι, μέ αναφορά του στήν Βουλή, ζητεί τήν μετοχιοποίηση τής Καβαδιώτισσας, τού Αη-Λιά Αράχοβας καί τής Σωτήρως Χρισόβου, στίς οποίες πρώην Μονές παρά τίς διαταγές εγκαταβίωναν 1 έως 2 μοναχοί. Από αναφορά τού Ηγουμενοσυμβουλίου στίς 20 Μαρτίου 1859 πληροφορούμαστε ότι οι περιουσίες τής Καβαδιώτισσας Χώμορης καί τού Αη-Λιά Αράχοβας περιήλθαν στό Μοναστήρι. Τούτο επαναλαμβάνεται καί τό 1872.
Τόν Δεκέμβρη τού 1862, ο Δήμος Αποδοτίας μέ πράξη τού Δημοτικού Συμβουλίου καί τού Μοναστηριακού Συμβουλίου, τόν Φεβρουάριο τού 1863, ζητούν νά παραχωρηθούν τά κτήματα : Παλιαράχοβα τού Προφήτη Ηλία, Ζευγοστάσιο Βρόμιαρι τής Φιλοθέου καί τής Σωτήρως.
Η Παλιαράχοβα, άγνωστο μέ ποιόν τρόπο, περιήλθε στούς Σισμαναίους πού τήν πούλησαν στούς Αραχοβίτες. Τό Βρόμιαρι μέ τόν μετοχιακό Ναό Αγίου Γεωργίου τελικά δόθηκε στό Μοναστήρι τής Αμπελακιώτισσας καί απαλλοτριώθηκε τό 1923 καί έγινε ο γνωστός συνοικισμός τού Καστρακίου.
Στίς αναφορές τού Ηγουμενοσυμβουλίου δέν ζητείται η περιουσία τού Αγίου Δημητρίου Κρυονερίων. Τούτο έχει τήν εξήγησή του, αφού τό 1845, καί πέραν αυτού, εγκαταβίωναν επτά (7) μοναχοί. Μοναχούς βρήκε καί τό 1861 ο Γάλλος αρχαιολόγος Βazin. Επίσης από τό 1909 μόναζε στόν Άγιο Δημήτριο ο Κυπριανός Ζαμπάρας, ο οποίος είχε καρή μοναχός από τόν Ηγούμενο Κύριλλο Λελούδα καί τόν συναντούμε καί τό 1916 στό διαλυμένο Μοναστήρι, όταν ζητή νά εγγραφή στό μοναχολόγιο τής Μονής, όπου από παραδρομή δέν εγγράφηκε. Μοναχό βρίσκουμε καί τό 1924, πιθανόν είναι ο ίδιος.
Άρα, αφού μόναζε στόν Άγιο Δημήτριο μοναχός πού ανήκε στήν Αμπελακιώτισσα, κάποια στιγμή η διαλυμένη Μονή περιήλθε στό Μοναστήρι, όπως καί τό μετόχι τής Βοϊτσάς, διαπίστωση πού είναι εντοιχισμένη στό ξωκκλήσι τής Κοίμησης τής Θεοτόκου.
Τό μετόχι Αη-Γιώργης Κονταρά, όπου ξεχείμαζαν τσοπάνηδες από τήν Λομποτινά πού πρόσεχαν καί τό ξωκκλήσι, περιήλθε τελικά στήν Κοινότητα Τρικόρφου. Παρότι δέν υπάρχουν πλήρη καί σαφή στοιχεία –ίσως μιά συστηματική έρευνα στό αρχείο τού Μοναστηριού τής Αμπελακιώτισσας νά τά εντόπιζε– μπορούμε νά εξάγουμε τό παρακάτω συμπέρασμα. Τά πέντε Μοναστήρια, ήτοι: Παναγία Καβαδιώτισσα, Αη-Λιάς Αράχοβας, Άγιος Δημήτριος Κρυονερίων, Σωτήρω Χρυσόβου καί Παναγία Φιλοθέου μπορούν νά λογιστούν ως μετόχια τής Μονής Αμπελακιώτισσας, αφού η υπηρεσία τους μερικώς ή ολικώς περιήλθε σέ αυτήν. Εξαιρείται ο Τίμιος Πρόδρομος Βομβοκούς –λόγω τής ιδιαίτερης προστασίας πού έτυχε από τόν Δήμο Ναυπακτίδος– γιά νά προταθή τό 1928 από τόν Μητροπολίτη Αμβρόσιο ως ανδρώα Μονή.
Τό αρχαιότερο μετόχι τής Αμπελακιώτισσας είναι ο Άγιος Παντελεήμονας στήν Πενταγιού Δωρίδας. Δημιουργήθηκε τό 1731 ύστερα από αγορά 15 χωραφιών από τόν ηγούμενο Τιμόθεο. Η αγοραπωλησία αυτή επικυρώθηκε τό 1743 από τόν Διοικητή τού Λιδωρικίου. Από έγγραφο τού 1840 διευκρινίζεται από τόν Διοικητή τής Φωκίδος ότι «τό Μετόχιον τού Αγίου Παντελεήμονος δέν είναι μονή διατηρουμένη, αλλά μετόχιο τής κατά τήν Ναυπακτία διατηρουμένης Μονής εις Κοζίτσαν. Τά κτήματα τού ρηθέντος μετοχίου συνιστάμενα εις 30 στρεμμάτων γήν καλλιεργήσιμον καί 2 στρεμμάτων αμπέλους, καλλιεργούνται διά τής φροντίδος τών Μοναχών τής διαληφθείσης μονής, οι οποίοι καί νέμονται τό εξ αυτών προϊόν». Τό 1841 τό Ηγουμενοσυμβούλιο διαμαρτύρεται πρός τήν Επισκοπή Ακαρνανίας, διότι η πολιτεία επιβάλλει δέκατα γιά τό μετόχι, ενώ αυθαίρετες καταπατήσεις καθιστούν τούτο απρόσφορο γιά τήν Μονή.
Γράφουν: "Αλλά μ' έκπληξή μας εκθέτομεν ότι τό μετόχιο, ό κείται εις τήν Δωρίδα, πλησίον εις τό χωρίο Πενταγιούς, εντός τού Δήμου Κροκυλίου, κατηδαφίσθη παντάπασιν από τούς κατοίκους τού πλησιεστέρου χωριού Πενταγιούς, τά καταλύματα τά εκρήμνισαν, τά πεζούλια τών αγρών μετήλλαξαν καθώς καί τά όρια αυτών, τά περί τού μετοχίου κείμενα δένδρα καί τά εντός τών αγρών τά κατέκαψαν".
Κατόπιν τής αναφοράς η Ιερά Σύνοδος απευθύνεται πρός τό Υπουργείο Εκκλησιαστικών, τό οποίο ζητεί πληροφορίες από τόν διοικητή Φωκίδος. Από τά μέχρι τώρα γνωστά έγγραφα δέν προκύπτει η συνέχεια. Βέβαια η αποκοπή τής Μονής από τό μετόχι της έχει συντελεστεί, οι Πενταγιώτες όμως ακόμα καί σήμερα αποδέχονται ότι τό ξωκκλήσι τού Αγίου Παντελεήμονα, τό οποίο βρίσκεται ένα χιλιόμετρο περίπου από τό χωριό, ανήκει στήν Αμπελακιώτισσα καί τό προσέχουν οι ίδιοι.
Τά υπάρχοντα μετόχια τής Μονής είναι :
Ο Προφήτης Ηλίας Περίστας καί η Μεταμόρφωση τού Σωτήρος, η Σωτήρα, στόν ομώνυμο ζυγό μεταξύ Πλατάνου καί Περίστας. Τά δυό μετόχια τά αφιέρωσε στό Μοναστήρι τής Αμπελακιώτισσας ο Περιστιάνος μοναχός τού Προυσσού Δανιήλ Θανασούλης μέ συμβόλαιο τό 1942.
Τό τρίτο μετόχι είναι στό Πόριαρι, κοντά στά Λουτρά Στάχτης, καί είναι μιά περιφραγμένη έκταση οκτώ (8) περίπου στρεμμάτων στή θέση Εικόνισμα. Στό κτήμα βρίσκεται ναός. Ο Ναός επ' ονόματι τής Κοίμησης τής Θεοτόκου άρχισε νά κτίζεται τό 1949, επί ηγουμενίας Δαμασκηνού Παπανδρέου, πρωτανεψιού τού Αρχιεπισκόπου καί Αντιβασιλέως Δαμασκηνού. Ο Ναός έμεινε ημιτελής, λόγω τού πρόωρου θανάτου τού ηγουμένου, καί αποπερατώθηκε από τούς διαδόχους του. Από έγγραφο τού 1971 προκύπτει ότι ο Ναός συνέχιζε νά είναι αφιερωμένος στήν Κοίμηση τής Θεοτόκου. Σέ κατάσταση τής περιουσίας τής μονής τού 1978 αναφέρεται ο Ναός επ' ονόματι τών Αγίων Αναργύρων. Μεταξύ τών ετών 1971 καί 1978 έγινε η μετονομασία, χωρίς νά υπάρχουν στοιχεία γιά τούς λόγους πού τήν επέβαλαν καί ποιός τήν αποφάσισε. Γιά τήν ιστορία σχεδόν όλη η κοιλάδα Πόριαρι ανήκε από τό 1823 στό Μοναστήρι ύστερα από αγοραπωλησία μέ τούς Σισμαναίους. Σημειωτέον στήν ράχη "Μοναστηράκι", πού δεσπόζει πάνω από τά Λουτρά Στάχτης, υπήρχε, όπως φαίνεται από τά έγγραφα τού 1810 καί 1811 τό Μοναστήρι τού Σωτήρος, η Μεγάλη Σωτήρω μέ ηγούμενο τόν Παΐσιο. Επειδή τά έγγραφα βρέθηκαν στό αρχείο τής Αμπελακιώτισσας, μπορούμε νά πιθανολογήσουμε ότι ήταν ανεξάρτητο Μοναστήρι, καί μετά από τήν ερήμωσή του από μοναχούς περιήλθε στό Μοναστήρι τής Αμπελακιώτισσας ή ήταν ανέκαθεν μετόχι τής Μονής.
Η περιδιάβαση αυτή στά μετόχια είναι η δική μου μικρή συμμετοχή στή γνώση τής μακράς ιστορίας τού παλαίφατου Μοναστηριού, μέ τήν θερμή ευχή νά μετέχη συνεχώς καί αδιαλείπτως στά κοινωνικά καί θρησκευτικά δρώμενα καί νά είναι συμμέτοχο σέ έργα αγαθά.–


******
Αναδημοσίευση από εδώ:
Μετοχιοποίηση τών διαλυμένων Ναυπακτιακών Μονών καί τά λοιπά Μετόχια τής Μονής Αμπελακιωτίσσης

Οι μάχες στην Σαράνταινα και την Τέρνοβα το 1828.

Ο Καποδίστριας που ήλθε στην Ελλάδα στις 8 Ιανουαρίου 1828, βλέποντας την αβεβαιότητα που επικρατούσε σχετικά με τη χάραξη των συνόρων του νεοϊδρυμένου Ελληνικού κράτους, διέταξε την απελευθέρωση των Στερεοελλαδίτικων πόλεων που βρίσκονταν στα χέρια των Τούρκων ( Ναύπακτος, Μεσολόγγι, Λαμία, Υπάτη, Καρπενήσι, περιοχή Κραβάρων και Μακρυνόρους). Οργανώνει τη διοίκηση και τα διαλυμένα τμήματα του στρατού. Ορίζει τον αδερφό του Αυγουστίνο ως "πληρεξούσιον τοποτηρητήν" στη Ρούμελη και αρχιστράτηγο τον Δημήτριο Υψηλάντη.
Διέταξε λοιπόν τον Δημ. Υψηλάντη να εμποδίσει τον εφοδιασμό του Ιμπραήμ που γινόταν διά μέσου της Ναυπάκτου. Τον Οκτώβριο του 1828, ο Υψηλάντης, με τρεις χιλιαρχίες, εκστρατεύει στη Ρούμελη. Ενώνεται με κλέφτικα τμήματα και εξαπολύει επιθέσεις παντού, απελευθερώνοντας τη μία πόλη μετά την άλλη.Με αρχική δύναμη 1400 ανδρών στην οποία προστέθηκαν και ντόπιοι οπλαρχηγοί κατέλαβε το Βελούχοβο και τη Γρανίτσα και προχώρησε νύχτα και κατέλαβε την Αρτοτίνα.
Ταυτόχρονα ο Κίτσος Τζαβέλλας -με μια χιλιαρχία, με την πεντηκονταρχία του Νίκου Τζαβέλλα και με τα στρατιωτικά σώματα του Μαστραπά, του Μακρή και του Γάλλου Georges Frederic baron Dentze, που όλα μαζί έφταναν τους 4.000 στρατιώτες -εκστρατεύει προς τα Κράβαρα και την Οξυά. Οι Τούρκοι έντρομοι μπρος στην ορμή του Τζαβέλα, κατέφυγαν στη Ναύπακτο, στο Καρπενήσι, στην Υπάτη (Πατρατζίκι) και στην Λομποτινά (Άνω Χώρα). Ο Τζαβέλας καλεί τους Τούρκους να του παραδώσουν τα Κράβαρα. Ο Αλβανός Δερβέναγας της περιοχής Κραβάρων Αχμέτ Νεπρεβίστα, στην από 8/9/1828 απάντησή του προς τον Κίτσο Τζαβέλα, όταν ο τελευταίος τον κάλεσε να παραδοθεί και να εγκαταλείψει τον τόπο, του γράφει :"Πολλά λόγια δε σου λέγω. σύρε από εκεί όπου ήλθες, ορφανέ, ότι σας λυπούμαι όπου εμείνατε τρεις Σουλιώται και θα χαθήτε όλοι. Και δια τόπον ελληνικόν όπου τον λέγεις, εδώ ο τ'οπος είμαι εγώ και νισαλά θέλεις να με γνωρίσεις ογλίγωρα. Μωρέ Κίτζο εγώ σε ηξεύρω αρβανίτην ωσάν εμένα, εσύ που στον διάβολο τα έμαθες αυτά τα ελληνικά και εγώ δεν το ξέρω". (Η επιστολή σώζεται στο Γενικό Αρχείο του Κράτους, περιόδου Καποδίστρια, αρ.φ. 129/110).
Στην Υπάτη οι Τούρκοι συγκέντρωσαν στρατό και με αρχηγό τον Ασλάν Μπέη, ξεκίνησαν κι ανηφόρισαν προς το Γαρδίκι, στο οποίο έφτασαν κατάκοποι και στρατοπέδευσαν. Γέμισε ο τόπος Τούρκους και Αλβανούς. Οι Γαρδικιώτες τρομαγμένοι έφυγαν προς την Οξυά...
Στο μεταξύ ο Τζαβέλας που έμαθε πως οι Τούρκοι είχαν δύναμη 3000 ανδρών, έπιασε θέσεις στην "Αλογόβρυση" (τοποθεσία πιο πάνω από το Γαρδίκι) και με την υπόλοιπη δύναμη στην Οξυά με αρχηγό τον καπετάν Πιστιόλη.


Οι Τούρκοι , από το Γαρδίκι, ξεκίνησαν για την Οξυά κι έφτασαν στο σημείο που ο δρόμος σήμερα χωρίζεται προς το ορειβατικό καταφύγιο και προς την Αρτοτίνα. Εκεί κατέλαβαν θέσεις δεξιά και αριστερά και στρατοπέδευσαν (θέση Ρίπα) , στις 23 Σεπτεμβρίου 1828. Οι Έλληνες, που κατάλαβαν πως αν έφτιαχναν εκεί προμαχώνες οι Τούρκοι, δύσκολα θα τους έδιωχναν, αποφάσισαν να επιτεθούν. Ο Τζαβέλας που ήρθε από την Αλογόβρυση κι είχε το γενικό πρόσταγμα, διέταξε τον ΄Β Πεντακοσίαρχο Γ. Πανομάρα να επιτεθεί. Οι Τούρκοι υποχώρησαν μπρος στην ορμή των Ελλήνων και οχυρώθηκαν στην τελευταία ράχη (Κειθερίπα) που ήταν απότομη και δύσβατη και αντιστέκονταν με πείσμα. Ύστερα από επιθέσεις και αντεπιθέσεις, οι Τούρκοι γύρισαν πίσω στο Γαρδίκι και στου Βλαχιώτη το μνήμα (τοποθεσία κοντά σις 7 Οξυές). Ο πόλεμος κράτησε 4 ώρες και οι απώλειες ήταν: εκατό Τούρκοι νεκροί και από τους Έλληνες τρεις τραυματίες και ένας νεκρός.
Οι Τούρκοι αποσύρθηκαν και κατέλαβαν τα χωριά Κλεπά και Άμπλιανη.
Ο Τζαβέλλας μετά τις πρώτες επιτυχίες, για να μπορέσει να εκμεταλλευθεί τις ευρύτερες δυνατότητες που διανοίγονταν πέρα από την αρχική αποστολή του, ζήτησε από τον Κυβερνήτη να στείλει επειγόντως ενισχύσεις. Ο Καποδίστριας έστειλε αμέσως την Γ΄ χιλιαρχία υπό τον Ι. Στράτο.Στις αρχές Οκτωβρίου η τύχη των πολιορκουμένων στη Λομποτινά απασχολούσε και τους δύο αντίπαλους στρατούς. Ο Τζαβέλλας, μετά τη μάχη της Γραμμένης Οξυάς είχε στείλει τον Χρ. Φωτομάρα με ισχυρή δύναμη για να ενισχύσει τα ελληνικά τμήματα, που βρίσκονταν στην περιοχή της Λομποτινάς. Παράλληλα 2.000 Τούρκοι περίπου, υπό τους Οσμάν πασά και Ασλάμπεη Μουχουρδάρη, κατέλαβαν τα χωριά Κλεπά, Αβόρανη, και Αγίους Αποστόλους, με σκοπό να προωθήθουν περισσότερο, ώστε να δώσουν βοήθεια στους πολιορκουμένους στη Λομποτινά, Καφτάναγα και Αχμέτ Νεπρεβίστα.Ο Τζαβέλλας μαζί με τον Ι. Στράτο, που είχε φτάσει τότε στην Αρτοτίνα, αποφάσισαν να καταλάβουν χωριά κοντά στις θέσεις των εχθρών και στρατοπέδευσαν στο χωριό Ζελίστα ως κέντρον. Από εκεί, ύστερα από συμβούλιο, έστειλαν στη Στρωμίνιανη τον Πανομάρα με δύο εκατονταρχίες, και από δύο εκανταρχίες στην Παλούκοβα και στην Τέρνοβα, ενώ η υπόλοιπη δύναμη έμεινε στη Ζελίστα.Η μετακίνηση αυτή και ανάπτυξη των ελληνικών δυνάμεων κατατάραξε τους Τούρκους που «απεφάσισαν να δοκιμάσουν την τύχην των με πόλεμον», καθώς βιάζονταν να βοηθήσουν τη Λομποτινά.
Συγκεντρώθηκαν τότε στους Αγίους Αποστόλους με σκοπό να επιτεθούν στις 10 Οκτωβρίου εναντίον της Τέρνοβας.Οι Έλληνες είχαν έγκαιρα την πληροφορία «από ανθρώπους ελθόντας εν είδει κατασκοπής εκ του στρατοπέδου των εχθρών», ότι η επίθεση θα άρχιζε την αυγή, και αποφάσισαν, σε νυκτερινό συμβούλιο, ο διοικητής της Γ΄ χιλιαρχίας Ι. Στράτος να καταλάβει με δύναμη 300 ανδρών δύο θέσεις πλάι στην Τέρνοβα και να επιπέσει εναντίον των εχθρών από τα νώτα, όταν θα άρχιζε η μάχη.Οι θέσεις καταλήφθηκαν και επιπλέον ειδοποιήθηκαν όλα τα χωριά «διά να τρέξουν, άμα αρχίσει η μάχη». Το σχέδιο όμως δεν μπόρεσε να εφαρμοσθεί, γιατί οι Τούρκοι δεν ξεκίνησαν την αυγή και ο Στράτος, κρίνοντας ότι δε θα κινηθούν, άφησε τις θέσεις που κατείχε και κατευθύνθηκε προς την Τέρνοβα. Τότε όμως ξεκίνησαν και οι Τούρκοι και έτσι έγινε συνάντηση των αντιπάλων στον δρόμο.
Ο Στράτος κατέλαβε εσπευσμένα ένα σπίτι σε κατάλληλη θέση «διά να απαντήσει την δύναμιν και την πρώτην ορμήν των εχθρών», και διέταξε τον Β΄ πεντακοσίαρχο της χιλιαρχίας του Ι. Μπαϊρακτάρη και τους άλλους αξιωματικούς του αποσπάσματος να καταλάβουν άλλα σπίτια και όποιες θέσεις προφθάσουν. Οι Τούρκοι όρμησαν «με δέκα σημαίας» από τρία μέρη και κατόρθωσαν να φθάσουν ως το σπίτι, όπου ήταν οχυρωμένος ο Στράτος. Εκεί αποκρούσθηκαν «και όσοι επλησίασαν, όλοι εφονεύθησαν». Επέμεναν όμως οι Τούρκοι στις επιθέσεις τους και τοποθέτησαν «πάτερα» στο σπίτι για να ανέβουν επάνω, αλλά δεν το πέτυχαν. Ο Μπαϊρακτάρης, θεωρώντας ότι το σπίτι, όπου βρισκόταν ο αρχηγός του, είχε περικυκλωθεί από τους εχθρούς, «ώρμησε με όλους κατ' αυτών και άρχισεν ο πόλεμος στήθος με στήθος».Στο μεταξύ ο Κίτσος Τζαβέλλας από το στρατόπεδο της Ζελίστας είχε ανέβει στο βουνό και παρατηρούσε τις κινήσεις των εχθρών. Όταν άρχισε η μάχη, διέταξε το τμήμα του να ρίξει πυροβολισμούς για να εμψυχωθούν αυτοί που πολεμούσαν και κινήθηκε προς βοήθειά τους. Συγχρόνως πυροβόλησαν αυτοί που φύλαγαν την Τρανή Παλούκοβα και φάνηκε να έρχεται από τη Στρωμίνιανη ο Γιαννούσης Πανομάρας. Από την Αρτοτίνα έτρεξε ο εκατόνταρχος Γιαννάκης Τζαβέλλας με την εκατονταρχία του και με όλους του κατοίκους.
Αλλά οι ενισχύσεις αυτές δεν πρόφθασαν τη μάχη. Οι Τούρκοι, που οι επιθέσεις τους αποκρούονταν στο χώρο της συγκρούσεως, «μη ημπορούντες πλέον να ανθέξουν εις την φωτιάν των Ελλήνων, και βλέποντες όλα τα βουνά να αστράφουν από τας ερχομένας βοηθείας, ετράπησαν εις φυγήν, και οι Έλληνες τους κατεδίωξαν με άκραν ζημίαν έως επάνω εις τους Αγίους Αποστόλους», όπου είχαν προμαχώνες.Η μάχη κράτησε μόνο μισή ώρα. Οι Τούρκοι είχαν απώλειες 120 νεκρούς και πολλούς τραυματίες. Οι Έλληνες μόνο 8 τραυματίες.
Οι μάχες αυτές ήταν αποφασιστικής σημασίας για την απελευθέρωση των Κραβάρων, του Καρπενησιού και της περιοχής της Υπάτης.

Αρχαία Αιτωλία ...


Η αρχαία Αιτωλία κατά τον Στράβωνα ήταν χωρισμένη στην παραλιακή ζώνη, προς νότια του Αράκυνθου, με τις πανάρχαιες πόλεις Καλυδώνα, Πλευρώνα, Χαλκίδα, Ωλενό, Πυλλήνη και τις εύφορες πεδιάδες γύρω από τη λίμνη Τριχωνίδα, με κυριότερες πόλεις το Φύταιο, το Τριχώνιο, τις Άκρες και την Μέταπα προς Νότο, και το Αγρίνιο, το Βουκάτιο (Παράβολα), το Φίστυο, το Θέστιο (Βλοχός) προς Βόρεια της λίμνης. Στα βορειοανατολικά ήταν ο τόπος του Θέρμου με το παλαιό ιερό του Απόλλωνος, αργότερα έδρα της Αιτωλικής Συμπολιτείας. Η ορεινή περιφέρεια στα βόρεια και ανατολικά, που με τον καιρό κατακτήθηκε και προστέθηκε στο αιτωλικό έθνος, λεγόταν επίκτητος Αιτωλία. Την κατοικούσαν οι Ευρυτάνες «αγνωστότατοι γλώσσαν και ωμοφάγοι» κατά τον Θουκυδίδη, οι Αγραίοι, οι Απέραντοι, οι Οφιονείς με τις ομάδες των Βομιέων και Καλλιέων και οι Αποδωτοί. Η Ακαρνανία αποτελούσε το δυτικότερο μέρος, από το Ιόνιο έως τον Αχελώο και από τον Αμβρακικό έως τον κόλπο του Αστακού και τις εκβολές του Αχελώου, κατοικούμενη από τους Ακαρνάνες. Στην περιοχή του Βάλτου κατοικούσαν οι Αμφίλοχοι και οι Αγραίοι, ενώ Εσπέριοι (Οζόλες) Λοκροί κατοικούσαν στην παραλιακή περιοχή της Ναύπακτου.
Οι Αγραίοι
Κατοικούσαν την Αγραία ή Αγραΐδα, μια περιοχή της οποίας τα όρια άλλαζαν ανάλογα με την ιστορική συγκυρία. Έτσι για παράδειγμα, κάποια στιγμή έφτασαν μέχρι τον Αιτωλοακαρνανικό κάμπο όπου και έχτισαν το Αγρίνιο, ενώ σε κάποια άλλη στιγμή είχαν περιοριστεί στα απάτητα κορφοβούνια της σημερινής Δυτικής Ευρυτανίας. Κύριος χώρος ανάπτυξής τους όμως θεωρείται η περιοχή ανάμεσα στους ποταμούς Αχελώο και Αγραφιώτη, και μάλιστα στο βορειότερο κομμάτι της.
Χρυσή εποχή για τους Αγραίους ήταν η εποχή του Πελοπονησιακού πολέμου. Τότε είχαν και "βασιλιά", τον Σαλύνθιο ο οποίος έπαιξε αρκετά σημαντικό ρόλο στις εξελίξεις. Συγκεκριμένα ο Θουκυδίδης (βιβλ. III κεφ. 114, 2) αναφέρει:
«Οι Ακαρνάνες και οι Αμφιλόχιοι μετά την αναχώρηση των ΑΘηναίων και του Δημοσθένη, επέτρεψαν στους Αμβρακιώτες και τους Πελοπονησίους οι οποίοι είχαν βρει καταφύγιο στον Σαλύνθιο και τους Αγραίους, να υποχωρήσουν ελεύθερα από την Οινιάδα, στην οποία είχαν μετακινηθεί από τη χώρα του Σαλυνθίου.»
Ο Θουκυδίδης, γράφοντας για τον πελοποννησιακό πόλεμο, μας πληροφορεί, ότι πολέμησαν εναντίον των Μαντινέων και Αμβρακιωτών:
«Σκότωσαν μόνο τους Αμβρακιώτες ενώ υπήρχε μεγάλη διαφωνία και δυσκολία στο να αναγνωρίσουν αν κάποιος ήταν Αμβρακιώτης ή Πελοποννήσιος. Έσφαξαν περίπου διακόσιους και οι άλλοι διέφυγαν στην γειτονική περιοχή της Αγραΐδας όπου βρήκαν καταφύγιο στον Σαλύνθιο, τον φιλικό προς αυτούς βασιλιά των Αγραίων.»
Πρωτεύουσα των Αγραίων ήταν η πόλη Έφυρα, της οποίας δε γνωρίζουμε τη θέση. Όλα τα κάστρα της περιοχής, όπως αυτό των Λεπιανών, της Βελαώρας, της Σιβίστας, των Τοπολιάνων, της Βούλπης αλλά και του Παλαιοκάτουνου θα μπορούσαν να είναι υποψήφιοι "οδηγοί" για την τοποθέτηση της πόλης.
Οι Απεραντοί
Η Απεραντία βρισκόταν ανάμεσα στους ποταμούς Αγραφιώτη και Μέγδοβα ως τ' Άγραφα. Το όνομα της Απεραντίας πιθανόν να προέρχεται από την "απέραντη" έκταση της περιοχής που προς τα βόρεια άγγιζε τη Θεσσαλία. Πιθανότερη όμως εκδοχή πρέπει να είναι αυτή που υποστηρίζει ότι το όνομα προήλθε από την αδυναμία πρόσβασης προς αυτήν, διότι ο ποταμός Αχελώος ήταν "α-πέραστος" στο μεγαλύτερο μέρος του (α+περάν). Και της Απεραντίας η πρωτεύουσα είναι δύσκολο να τοποθετηθεί γεωφυσικά καθώς δεν υπάρχει η απαραίτητη αρχαιολογική έρευνα. Πιθανολογείται ότι το κάστρο της Τσούκας, ή το Παλιόκαστρο της Τατάρνας μπορούν να παρέχουν ισχυρές ενδείξεις για την τοποθέτηση της αρχαίας αυτής πόλης.
Όπως ειπώθηκε και παραπάνω, οι Απεραντοί ήταν κι αυτοί Αιτωλικό φύλο. Ως απόδειξη θεωρείται το όνομα του αντιπροσώπου τους στο Κοινό των Αιτωλών το 215 π.Χ στο οποίο καταγράφηκε ως "Θεόδοτος ο Απεραντός". Το στοιχείο αυτό επιβεβαιώνει την συγκροτημένη πολιτειακή δομή των Απεραντών, μια εποχή που οι γειτονικοί τους Δόλοπες, (και βεβαιωμένα Αιτωλοί) δεν συμμετείχαν στο "Κοινόν" λόγω υποταγής τους στους Μακεδόνες του Φιλίππου του Ε, ο οποίος είχε κατακτήσει την περιοχή. Κατά μία ακόμη εκδοχή η πιθανή πρωτεύουσα βρισκόταν κοντά στη σημερινή Βίνιανη.
Οι Δόλοπες
Κατοικούσαν την Δολοπία χώρα, περιοχή που περικλείεται από τους ποταμούς Ταυρωπό (Μέγδοβα) και Καρπενησιώτη. Βεβαίως ανάλογα με τις ιστορικές συνθήκες, πολλές φορές επεκτάθηκαν και πέραν των ορίων αυτών φτάνοντας μέχρι και τον Αχελώο. Προς νότο έφταναν μέχρι τις βόρειες παρυφές του Βελουχιού και η πρωτεύουσά τους ήταν η αρχαία Κτιμένη ή Κτιμενάς βρισκόταν στο χώρο της σημερινής Δράνιστας, στα νότια του νομού Καρδίτσας, κοντά στα λουτρά Σμοκόβου. Ο γιός του βασιλιά της, ο Ευρυδάμας συμμετείχε στην Αργοναυτική εκστρατεία σύμφωνα με τον Απολλώνιο Ρόδιο. Στην περιγραφή του καταλόγου των ηρώων που συμμετείχαν αναφέρει:
«Ήλθε κι ο Τιταρήσιος ο Μόψος που για όλες
ο Απόλλωνας τον δίδαξε τις προφητείες των οιωνών
και του Κτιμένου ο Ευρυδάμας, που κοντά στη λίμνη
Ξυνιάδα εκατοικούσε, στην Δολοπική Κτιμένη»
Εκτός από την Κτιμένη, κι άλλες Δολοπικές πόλεις αναπτύχθηκαν, όπως η Δολοπηίς, οι Αγγειαί, κοντά στη λίμνη Ξυνιάδα, η Μενελαϊς, κοντά στο σημερινό Σμόκοβο (Λουτροπηγή) της Καρδίτσας και η Ελλοπία.
Γενάρχης των Δολόπων φέρεται ο Δόλοψ, του οποίου ο τάφος βρισκόταν κοντά στις Παγασσές, «Δόλοπος σήμα» η «Δολοπήϊος τύμβος». Ως πρώτος καταχτητής αναφέρεται ο βασιλιάς της Φθίας και πατέρας του Αχιλλέα, Πηλέας, ο οποίος παραχώρησε την Δολοπία στον Φοίνικα γιο του βασιλιά της Θράκης Αμύντορα. Για τον λόγο αυτό 500 Δόλοπες συμμετείχαν στον Τρωικό πόλεμο υπό τις διαταγές του Φοίνικα για τον οποίο ο Πίνδαρος γράφει: «που οδήγαγε την άξια ομάδα των Δολόπων για της σφεντόνας τη ριξιά και στο να βρίσκουν στόχο, των Δαναών που τ' άλογα δαμάζουνε, τα βέλη»
Στα 501 (π.Χ.) οι Δόλοπες πήραν μέρος στην εκστρατεία του Κύρου υπό τον Μένονα τον Θεσσαλό. Στα 420 πολέμησαν με τους Μαλιείς, τους Αινιάνες και τους Θεσσαλούς εναντίον των Ήρακλειωτών της Τραχίνας. Το 374 υποτάχτηκαν στον τύραννο των Φερρών Ιάσονα. (Ξενοφ. Έλλην. Β', δ', 1).
Στα 344 πήγαν με το μέρος του Μακεδόνα Φιλίππου του Β' πατέρα του Μεγαλέξανδρου. Στο 356-346 π.Χ. πήραν μέρος στον ιερό πόλεμο υπέρ των Δελφών. Στο 323 π.Χ. συμμάχησαν με τους Αθηναίους και συνεχόμενα μπήκαν στην δυνατή τότε Αιτωλική Συμπολιτεία. Στο 279 π.Χ. πολέμησαν μαζί με τους Αιτωλούς και τους Ευρυτάνες, τους Γαλάτες. Στα 174 π.Χ. ο Περσέας του Φιλίππου τους καθυπόταξε αν και βρισκόταν αυτός κάτω από την ρωμαϊκή κυριαρχία. (Πολυβ. ΚΒ., 22, 4).
Οι Ευρυτάνες
Κατοικούσαν στην Ευρυτανία, μια περιοχή πού περιλάμβανε τον σημερινό δήμο Καρπενησίου και την περιοχή της Δομνίστας και του Προυσού. Λέγεται ότι κάποια περίοδο οι Ευρυτάνες έφτασαν μέχρι και το Αγρίνιο καταλαμβάνοντας και το Θέρμο, πρωτεύουσα της Αιτωλίας. Προς τα βόρεια είχαν γείτονες τους, Δόλοπες, προς τα Ανατολικά τους Αινιάνες, Προς τα Δ. είχαν τους Απεραντούς, προς τα Ν.Δ. τους Θεσπιείς και τέλος προς τα Ν.Α. τους Οφιονείς. Σημειωτέον, ότι οι Ευρυτάνες, οι Δόλοπες, οι Απεραντοί και οι Αγραίοι, πού κατά τον Αριστοτέλη, στην πολύ αρχαία εποχή, ζούσαν από το κυνήγι και τη ληστεία, μαζί με τους Οφιονείς και τους Αποδωτούς είχαν αποτελέσει, κατά τον 4ον αιώνα π.Χ., τη λεγόμενη «Επίκτητο Αιτωλία».
Το όνομα Ευρυτανία προήλθε, όπως υποστηρίζει κι ο Αριστοτέλης, από το μυθικό βασιλιά Εύρυτο που ήταν άριστος χειριστής του τόξου και "μέγας" κατά τον Όμηρο. Ο Εύρυτος προκάλεσε τον θεό Απόλλωνα σε μονομαχία και σκοτώθηκε απ' αυτόν. Ο Απολλώνιος Ρόδιος, λέει για το χαρακτήρα του γενάρχη των Ευρυτάνων, πατέρα των Αργοναυτών Κλυτίου και Ιφύτου:
«Εκεί και ο Κλυτίος κι ο Ίφιτος εφτάσαν
της Οιχαλίας φύλακες, γιοι του σκληρού Ευρύτου.
Του Εύρυτου που από μακριά το τόξο ευστοχούσε και ούτε χαίρονταν
δοσιά. Θέλοντας μάλωνε μ' αυτόν που δώρο του κάνει»

Τόσο ικανός ήταν στην τοξοβολία ο Εύρυτος που ο Δίας τον όρισε ως δάσκαλο του Ηρακλή για την τέχνη αυτή!
Ο Θουκυδίδης στην περιγραφή των πολεμικών επιχειρήσεων του 426 π.Χ αναφέρεται στους Αιτωλούς και τους Ευρυτάνες ως εξής:
«Το ίδιο καλοκαίρι, και γύρω στην ίδια περίοδο που οι Αθηναίοι είχαν περιοριστεί στη Μήλο, οι Αθηναίοι που περιέπλεαν την Πελοπόννησο με τριάντα πλοία, αφού πρώτα σκότωσαν σε ενέδρα μερικούς φρουρούς της Λευκαδίας, στη συνέχεια επιτέθηκαν εναντίον της Λευκάδας με μεγάλο στόλο, μαζί με την ενίσχυση και όλων των Ακαρνάνων εκτός των Οινιαδών καθώς και των Ζακυνθινών, των Κεφαλλήνιων και δεκαπέντε πλοίων των Κερκυραίων.
Οι Λευκαδίτες λοιπόν βλέποντας τη γη τους να καταστρέφεται τόσο μέσα όσο και έξω από τον ισθμό στον οποίο βρίσκεται και η Λευκάδα και το ιερό του Απόλλωνα, δεν έκαναν καμία κίνηση εξαιτίας του υπερβολικά μεγάλου αριθμού των εχθρών. Οι Ακαρνάνες όμως απαιτούσαν από τον Δημοσθένη, τον Αθηναίο στρατηγό, να φτιάξει ένα τείχος για να τους αποκόψει, νομίζοντας ότι με τον τρόπο αυτό θα τους πολιορκούσαν και θα τους κατακτούσαν εύκολα απαλλασσόμενοι από μια πόλη πάντα εχθρική προς αυτούς.
Ο Δημοσθένης σ' αυτό το διάστημα είχε πειστεί από τους Μεσσηνίους ότι θα ήταν καλό για τον ίδιο, μιας και είχε μαζεμένη μια τόσο μεγάλη στρατιά, να επιτεθεί στους Αιτωλούς, οι οποίοι δεν ήταν μόνο εχθροί της Ναυπάκτου, αλλά κι αν τους νικούσε θα μπορούσε να κερδίσει εύκολα για τους Αθηναίους και την υπόλοιπη ηπειρωτική περιοχή.
Το έθνος των Αιτωλών λοιπόν είναι μεγάλο και αξιόμαχο, αν και ζούνε σε ατείχιστα χωριά κι αυτά διασκορπισμένα. και χρησιμοποιούν ελαφρύ οπλισμό και του έλεγαν ότι θα ήταν εύκολο να τους καταστρέψουν πριν τους έρθει βοήθεια.
Του συνέστησαν να επιτεθεί πρώτα στους Αποδωτούς, μετά στους Οφιονείς και κατόπιν στους Ευρυτάνες, οι οποίοι είναι η μεγαλύτερη φυλή των Αιτωλών, και μιλάνε, όπως λέγεται, μια γλώσσα ιδιαίτερα δυσκολονόητη και τρώνε το κρέας ωμό. Αν αυτούς τους κατελάμβανε, οι υπόλοιποι θα υποχωρούσαν εύκολα. Ο Δημοσθένης λοιπόν, κάνοντας το χατίρι των Μεσσηνίων, εκστράτευσε εναντίον των Αιτωλών....»
Το αποτέλεσμα της της επιδρομής ήταν η πανωλεθρία του στρατού του, χάρη στον κλεφτοπόλεμο, πού πολύ έντεχνα εφήρμοσαν οι αμυνόμενοι! Έχασαν 120 άνδρες καθώς και το συστράτηγο Προκλή.
Η πρωτεύουσα της Αρχαίας Ευρυτανίας, Οιχαλία, δεν είναι γνωστό που βρισκόταν, φέρεται όμως να ίδρυσε ο βασιλιάς των Δρυόπων Μελανεύς, πατέρας του Εύρυτου, δεινός τοξότης κι εκείνος, που της έδωσε το όνομα της γυναίκας του. Οι Δρύοπες αναφέρονται ότι πήραν μέρος στον Τρωικό πόλεμο πλάι στους Αιτωλούς και τους Δόλοπες. Μαζί με τους Θεσσαλούς της Τρίκκης φέρονται να πήραν μέρος στον πόλεμο αυτόν κι οι κάτοικοι της Οιχαλίας του Ευρύτου με 30 πλοία.
Ο Στράβωνας λέει:
«Υπάρχει και Ερετρική πόλη Οιχαλία, απομεινάρι της πόλης που κατέστρεψε ο Ηρακλής, με το ίδιο όνομα στην Τραχινία και την Αρκαδία, την οποία οι επόμενοι αποκάλεσαν Ανδανία, καθώς και στην Αιτωλία στην περιοχή των Ευρυτάνων.»
Εντυπωσιακό είναι ότι στην Ευρυτανία υπάρχει τοπωνύμιο "Αντάνια". Παρά ταύτα όμως και ο Στράβων δυσκολευόταν να τοποθετήσει την Οιχαλία. Έτσι αναφέρεται στη δυσκολία εντοπισμού της πόλης αυτής από τους ιστορικούς που προηγήθηκαν από αυτόν: «Οι ιστορικοί τοποθετούν την Οιχαλία που ονομάζεται και "πόλη του Ευρύτου", όχι μόνο σε αυτή την περιοχή αλλά επίσης και στην Εύβοια και στην Αρκαδία, και την μετονομάζουν με διαφορετικά ονόματα. Αναζητούν λοιπόν τα σχετικά με αυτήν, και ιδιαίτερα σε ότι αφορά το ποια ήταν η Οιχαλία που κατέλαβε ο Ηρακλής αλλά και σε ποια πόλη αναφερόταν ο ποιητής που έγραψε την "Άλωση της Οιχαλίας» Σύμφωνα με τη Μυθολογία ο Ηρακλής κατέστρεψε την Οιχαλία διότι ο Εύρυτος δεν θέλησε να του δώσει ως σύζυγο την κόρη του Ιόλη. Είχε ορίσει ότι θα δώσει την κόρη του σε εκείνον που θα νικούσε αυτόν και τα παιδιά του σε αγώνα τόξου. Κι όταν ο Ηρακλής αναδείχθηκε νικητής, ο Εύρυτος αρνήθηκε πάλι να του δώσει την πανέμορφη κόρη του, γιατί φοβόταν ότι θα σκότωνε τα τέκνα του απ' αυτήν όπως έκαμε προηγούμενα με τα τέκνα του από την Μεγάρα. Ο Ηρακλής με τους Αρκάδες, Μαλιείς, Τραχίνες και τους Επικνημίδιους Λοκρούς, επιτέθηκε και σκότωσε τον Εύρυτο και τους γιους του, λεηλάτησε την πρωτεύουσά του Οιχαλία και αιχμαλώτισε την Ιόλη, που αποπειράθηκε ν' αυτοκτονήσει πηδώντας από τα τείχη του κάστρου, αλλά γλίτωσε, αρνιόταν ωστόσο να την πλησιάσει σαν γυναίκα ο Ηρακλής. Έτσι εκείνος παρήγγειλε στο γιο του Ύλλο να την κάμει εκείνος σύζυγό του μόλις ενηλικιωθεί.
Κατά τον Κ. Στεργιόπουλο ίσως βρισκόταν στα Φειδάκια όπου υπάρχουν στη θέση "Καστρί" ερείπια αρχαίου κάστρου. Κατά τον Π. Ι.Βασιλείου ίσως η θέση του ταυτίζεται μ' εκείνη της λαϊκής Αντάνιας, σε βραχώδες σημείο του Κόμπολου κοντά στους Δομιανούς. Κατά τον Δημ.Ι.Φαλλή ίσως βρισκόταν στην Ποταμιά του Καρπενησίου, κοντά ή στη θέση του χωριού Κλαψί (Αρχαίο Κάλλιο). Υποστηρίχθηκε επίσης η πιθανότητα να βρισκόταν κάπου κοντά στο Κρίκελλο ή τη Δομνίστα. Ο Ρήγας ο Βελεστινλής στη "Χάρτα της Ελλάδος" την τοποθετεί κάπου βόρεια του Θέρμου.

Κατάλογος των ελληνικών φύλων.

Δωριείς
Υλλείς (βορειοανατολική Πελοπόννησος, δωρικές αποικίες)
Δυμάνες (νοτιοδυτική Πελοπόννησος, δωρικές αποικίες)
Πάμφυλοι (νοτιοανατολική Πελοπόννησος, δωρικές αποικίες)


Κεφαλλήνες
Κεφαλλήνες (Κεφαλλονιά, Ιθάκη)
Δουλιχιείς (Λευκάδα και γύρω νήσοι)
Κουρήτες (νοτιοδυτική Αιτωλοακαρνανία)

Αιτωλοί
Ηλείοι (Ηλεία)
Αιτωλοί (Αιτωλία)
Ακαρνάνες (Ακαρνανία)
Ευρυτάνες (κεντρική και νότια Ευρυτανία)
Αγραίοι (βόρεια Ευρυτανία)
Απέραντοι (βόρεια Ευρυτανία)
Οφιονείς (ανατολική Αιτωλοακαρνανία)
Αποδωτοί (ανατολική Αιτωλοακαρνανία)
Βοιωτοί (Βοιωτία)
Θεσσαλοί (πεδινή Θεσσαλία)

Φωκείς
Φωκείς
(Φωκίδα)

Λοκροί
Λοκροί
(ανατολική και δυτική Λοκρίδα)

Ηπειρώτες
Άβαντες (βόρεια Ήπειρος, Εύβοια, Χίος)
Αφείδαντες (περιοχή Τεγέας Αρκαδίας)
Βυλλίονες (βόρεια Ήπειρος)
Χάονες (βόρεια Ήπειρος)
Δέξαροι (βόρεια Ήπειρος)
Παραυαίοι (βόρεια Ήπειρος)
Παρωραίοι (μεταξύ Τυμφαίων και Μολοσσών)
Τυμφαίοι (βόρεια Πίνδος)
Ορέστες (Καστοριά)
Ελιμιώτες (Γρεβενά και νότια Κοζάνη)
Αίθικες (βορειοδυτική Θεσσαλία)
Τάλαρες (βορειοδυτική Θεσσαλία)
Μολοσσοί (Ιωάννινα)
Σελλοί (περιοχή Δωδώνης)
Θεσπρωτοί (Θεσπρωτία)
Κασσωπαίοι (Πρέβεζα)
Αθαμάνες (Αθαμανικά όρη)
Αμφιλόχοι (περιοχή Βάλτου, Αμφιλοχία)

Μακεδνοί
Μακεδόνες (Μακεδονία)
Μάγνητες (όρη Όσσας, Πηλίου)

Αιολείς
Περραιβοί (βορειοανατολική Θεσσαλία)
Αινιάνες (δυτική κοιλάδα Σπερχειού)
Λαπίθες (πεδινή Θεσσαλία, αργότερα στις αιολικές αποικίες)
Μινύες (πεδινή Θεσσαλία, αργότερα στις αιολικές αποικίες)
Φλεγύες (πεδινή Θεσσαλία, αργότερα στις αιολικές αποικίες)
Κένταυροι (όρος Πήλιο, αργότερα μαζί με τους Αίθικες)
Δόλοπες (νοτιοδυτική Θεσσαλία)
Έλληνες (νοτιοανατολική Θεσσαλία)
Φθίοι (νοτιοανατολική Θεσσαλία)
Μυρμιδόνες (νοτιοανατολική Θεσσαλία)
Αιολείς (νοτιοανατολική Θεσσαλία)
Μαλιείς (ανατολική κοιλάδα Σπερχειού)
Οιταίοι (όρος Οίτη)
Επειοί (βορειοδυτική Πελοπόννησος)
Αχαιοί (βορειοδυτική Πελοπόννησος, Ζάκυνθος)

Αρκάδες
Αρκτάνες (κεντρική Πίνδος)
Αζάνες (Αρκαδία)
Αρκάδες (Αρκαδία, Κύπρος)

Ίωνες
Αργαδείς (νότια Αττική και ιωνικές αποικίες)
Γελέοντες (νότια Αττική και ιωνικές αποικίες)
Αιγικορείς (όρη Πάρνηθας, Πεντέλης και ιωνικές αποικίες)
Όπλητες (περιοχή Μαραθώνος, βόρεια Αττική)

ΠΑΛΙΟΜΟΝΑΣΤΗΡΑ ΤΗΣ ΝΑΥΠΑΚΤΙΑΣ.

της Ευγενίας Καραγιάννη
( Αναδημοσίευση από την Εφημερίδα "Ναυπακτιακή", φ. 26.)

Στά 1829 επτά Μοναστήρια λειτουργούσαν στην επαρχία μας ( 5 στα Κράβαρα και 2 στο Βενέτικο). Γι αυτό μιλήσαμε σε προηγούμενες επιφυλλίδες μας. Είναι όμως βέβαιο ότι κατά τούς χρόνους της Τουρκοκρατίας και πρό αυτής λειτουργούσαν και άλλα Μοναστήρια τα οποία στούς μακρούς χρόνους της δουλείας καταστράφηκαν. Οι έγγραφες πηγές γι αυτά είναι σπάνιες έως ανύπαρκτες και τα μόνα στοιχεία που έφθασαν ως εμάς είναι κάποια ερείπια με το συνηθισμένο τοπωνύμιο Παλιομονάστηρο.
Επίσης και το τοπωνύμιο Παλιοκλήσι, εάν δεν αναφέρεται σε κανένα ερειπωμένο ερημοκλήσι, μπορεί να κρύβη κάποιο παλιό Μοναστήρι. Σήμερα θα κάνουμε μιά περιδιάβαση στα Παλιομονάστηρα της Επαρχίας μας αρχίζοντας από τα Νότια προς τα Βόρεια. Βέβαια η περιήγησή μας αυτή δεν μπορεί να είναι εξαντλητική. Η επιφυλλίδα μας ετούτη άς αποτελέσει ένα ερέθισμα για πιό συστηματική απογραφή, επιστημονική περιγραφή, ως και καταγραφή σχετικών ιστορικών στοιχείων και παραδόσεων.


Εδώ δέ θα ασχοληθούμε με την Παλαιοχριστιανική Βασιλική της Κοινότητας Βασιλικής, τα ερειπωμένα Μοναστήρια της Βαράσοβας και την Παναξιώτισσα της Γαβρολίμνης, τα οποία είναι γνωστά, μιά και έχουν ασχοληθεί μ’ αυτά αρκετοί ειδικοί επιστήμονες.
1. Παλιομονάστηρο στο Μαυρομάτι.
Από έγγραφο του 1837 μαθαίνουμε ότι το είχαν καταπατήσει οι Τούρκοι πολλά χρόνια πρό της Επανάστασης του ’21 και είχαν σφετερισθεί την περιουσία του.
2. Παλιομονάστηρο της Κλόκοβας.
(κοντά στην παλιά Γαλαρία). Κατά την παράδοση τούτο ήταν Μετόχι του Μοναστηριού του Αγίου Κωνσταντίνου που ήταν στο συνοικισμό της Μαμάκου. Κοντά στο Παλιομονάστηρο είναι και το τοπωνύμιο Γαλατόμυλος.
3. Μονή Αγίου Γεωργίου Μολυκρείου.
Στά 1912 ιδρύθηκε ομώνυμη Κοινότητα. Η ονομασία φανερώνει ότι στον οικισμό Άγιος Γεώργιος προϋπήρχε ομώνυμη Μονή, που φαίνεται ότι καταστράφηκε κατά τούς χρόνους της Τουρκοκρατίας.
4. Στή Βελβίνα Παλιομονάστηρο.
αγνώστου Αγίου ως και το Παλιομονάστηρο «Η Ύψωση του Τιμίου Σταυρού».
5. Στή Σκάλα Παλιομονάστηρα.
Ανατολικά του χωριού υπάρχουν τα τοπωνύμια Πέρα και Δώθε Μετόχι. Είναι φανερό ότι ανήκαν στα γειτονικά Μοναστήρια Πρόδρομος της Βομβοκούς και Παναγία Φιλοθέου Νεοκάστρου. Στά βόρεια του χωριού υπάρχουν ερείπια ναού και μοναστηριακών εγκαταστάσεων. Κατά την παράδοση εδώ ήταν το Μοναστήρι του Προδρόμου, αλλά η εικόνα έφυγε κατά θαυματουργικό τρόπο και εγκαταστάθηκε στο μέρος όπου είναι σήμερα το Μοναστήρι. Στή θέση Παλιοκλήσι λίγο πιό κάτω από το λόφο της Αγίας Τριάδος, όπου πρό ολίγων ετών κτίστηκε το καινούργιο Μοναστήρι της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος, υπάρχουν ερείπια μικρής μονόχωρης εκκλησίας και λοιπών εγκαταστάσεων ως και πηγάδι από μουρτζουλάνα.
6. Παλαιοπαναγιά Ναυπάκτου.
στον ομώνυμο συνοικισμό. Η ονομασία (γνωστή και στα 1829) υποκρύπτει την ύπαρξη παλιάς εκκλησίας προς τιμή της Παναγίας. Από έγγραφο του 1829 πληροφορούμαστε ότι εκείνη την εποχή δεν υπήρχε καμία εκκλησία στην Επαρχία Ναυπακτο-βενέτικου. Η καινούρια εκκλησία έγινε στα ερείπια της παλιάς.
7. Στήν Κάτω Δάφνη.
περίπου ένα χιλιόμετρο προς το μέρος της Άνω Δάφνης υπάρχει τοποθεσία Μετόχι. Προφανώς ήταν Μετόχι των γειτονικών Μοναστηριών Προδρόμου Βομβοκούς ή Παναγίας Φιλοθέου ή της Παναγίας της Βαρνάκοβας.
8. Αγία Παρασκευή στα Πιτσινέϊκα.
Κατά την παράδοση εκεί ήταν Μοναστήρι. Η περιοχή ανήκε στα επαναστατικά και μετεπαναστατικά χρόνια στο Μοναστήρι της Παναγίας Φιλοθέου.
9. Στόν Παλιόπυργο (Βελβίτσενα).
κατά τις τοπικές παραδόσεις υπήρχαν τα Μοναστήρια Άγιος Νικόλαος και Αγία Τριάδα.
10. Παναγία Γερακαριώτισσα Δορβιτσάς.
Κοντά στο Ρημοκλήσι το τοπωνύμιο “στον Καλόγερο”.
11. Η Μεγάλη Σωτήρω στού Σίμου.
Στό βουνό Μοναστηράκι πάνω από τα λουτρά Στάχτης υπάρχουν τα ερείπια της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος. Από αφιερωματικά έγγραφα βλέπουμε ότι στα 1810 και 1811 ήταν οργανωμένο Μοναστήρι με Ηγούμενο τον Παΐσιο. Φαίνεται ότι αργότερα ίσως μετά την καταστροφή του περιήλθε στην Αμπελακιώτισσα.
12. Αγία Μονή στο Γολέμι.
Έτσι λέγεται ο ναός της Αγίας Παρασκευής. Η προσωνυμία μαζί με την ύπαρξη διαφόρων εγκαταστάσεων μαρτυρούν την ύπαρξη Μονής.
13. Παλιομονάστηρο στην Ασπριά.
στή θέση Καταφίδι. Οι διαστάσεις του ερειπωμένου κτίσματος είναι 40 x 35 τ.μ. περίπου. Κοντά στο Παλιομονάστηρο η τοποθεσία “στού Βαρνάβα”. Επίσης “Παλιοκκλησιά” στην κορυφογραμμή του όρους Μακρυά Ράχη. Περί τα 40μ. βόρεια των ερειπίων του ναού ογκώδης πέτρα με χαραγμένο σταυρό. Επίσης στα νότια κοντά στην εκκλησία υπάρχει κομμάτι πέτρας σχήματος ημικυκλίου (0,80 x 0,25) με χαραγμένο σταυρό. Ακόμα υπάρχει και άλλη πέτρα (0,35 x 0,35) με χαραγμένη πάνω της τή λέξη “ΧΡΥΣΤΟΥ”. Τό εκτεταμένο προαύλιο της εκκλησίας μοιάζει πολύ με προαύλιο Μοναστηριού. Ένα χιλιόμετρο βόρεια της Παλιοκλησιάς το τοπωνύμιο "Στού Καλόερου το χωράφι".
14. Παλιομονάστηρο κοντά στην Κάτω Λομποτινά.
Ο Πουκεβίλ το ονομάζει Τρίμορφο (Αγία Τριάδα ή Μεταμόρφωση) και μάς παραδίδει ότι το έκτισε κάποιος βοσκός Δομίτιος. Φαίνεται ότι το Μοναστήρι ήταν πολύ αρχαιότερο, γιατί την εποχή του Πουκεβίλ ήταν ερειπωμένο και οι γύρω κάτοικοι δεν γνώριζαν πολλά πράγματα γι’ αυτό.
15. Άγιοι Ταξιάρχες Λιμνίτσας,
στή θ. Παλιόσπιτα. Μετόχι κατά την παράδοση του Μοναστηριού Βαρνάκοβας.
16. “Κελί” Αναβρυτής,
όπου κατά την παράδοση υπήρχε Μοναστήρι.
17. Αγία Τριάδα Χόμορης.
Παραδίδεται ότι υπήρχε βυζαντινή Μονή. Μετά την καταστροφή της κατά τούς χρόνους της Τουρκοκρατίας έγινε Μετόχι του Μοναστηριού της Παναγίας της Καβαδιώτισσας της Χόμορης. Πλησίον η θ. “Μελισσοτόπι”.
18. Στήν Κλεπά
αρχαία Μονή στή θ. "Κεραμιδιάδες", όπου ανευρέθηκαν Μωσαϊκά. Επίσης στα «Στενά» της Κλεπάς τα ερείπια του Μοναστηριού Άγιος Νικόλαος.
19. Μονή Άγιος Γρηγόριος στο Γρηγόρι.
Τό παλιό Καθολικό αντικαταστάθηκε με νεότερο ξωκλήσι.
20. Μοναστήρι Αγίας Παρασκευής στην Καλλονή.
21. Μοναστήρι η Γέννηση της Θεοτόκου.
Ενοριακός τώρα ναός. Κτίσθηκε στα 1815 από τον Γιωργάκη Καναβό, ως μάς γνωρίζει σχετική επιγραφή.

Ο ΚΛΗΡΟΣ ΤΗΣ ΝΑΥΠΑΚΤΙΑΣ ΣΤΟΝ ΑΓΩΝΑ ΤΟΥ ‘21

ΓΕΝΙΚΑ
Σ’ όλα τα χρόνια της σκλαβιάς δεν έπαψε να θερμοκαίη στις καρδιές των ραγιάδων η ελπίδα ότι θ’ ανάψη πάλι και θα φωτίση της λευτεριάς η δάδα.
Σημαντική η προσφορά του κλήρου σ’ όλο το διάστημα της σκλαβιάς, που βοήθησε να μείνη ακοίμητη η ελπίδα στην ποθητή ανάσταση του έθνους.
Μα και σαν άναψε το ντουφεκίδι πολλοί κληρικοί μας κρατώντας στο ‘να χέρι τον Σταυρό και στ’ άλλο το ντουφέκι μάχονταν για Χριστό και Πατρίδα.
Την αγωνιστική φλόγα τους την μετέφεραν στα πεδία των μαχών, όπου με το φωτεινό παράδειγμά τους τόνωναν και φρονημάτιζαν το αγωνιζόμενο Γένος.
Ρασοφόροι απ’ όλα τα μέρη της Ελλάδος καθαγίασαν με το αίμα τους τον αγώνα για μια λεύτερη και ανεξάρτητη εθνική ζωή. Σημαντική είναι και η προσφορά των κληρικών της κακοτράχαλης Ναυπακτίας στον Αγώνα.
Ο Ηγούμενος Δαμιανός, που ανατινάχθηκε στο Μεσολόγγι, οι Μοναχοί Αγαθάγγελος και Πολύκαρπος, που κατακρεουργήθηκαν από τους εχθρούς, ο Μοναχός Ζωσιμάς, ο Ιερομόναχος Άνθιμος, ο Παπαγιώργης, ο Παπαδημήτρης, ο Κυπριανός, η επώνυμη χορεία και άλλοι, που τους σκέπασε της λησμονιάς η βαριά ταφόπετρα.
Κατωτέρω θα παραθέσουμε έγγραφα παραστατικά της δράσης αγωνιστών ιερέων της Ναυπακτίας, τα οποία βρήκαμε στα Αρχεία Αγωνιστών Εθνικής Βιβλιοθήκης, τα Γ.Α.Κ. και διάφορες εφημερίδες και συμπληρώνουν τον πίνακα των γνωστών αγωνιστών Κληρικών της Επαρχίας Ναυπακτίας.

ΚΛΗΡΙΚΟΙ ΑΓΩΝΙΣΤΕΣ

Παππαγγελής, Ιερεύς εκ Ναυπάκτου (Χ.Α.Ε.Β.)
α) Προς την Σεβ. επί των αγώνων και θυσιών επιτροπήν
Αιτησις περί πατραγαθιών
Ο υποφαινόμενος κάτοικος Πατρών καθυποβάλλων προς την Σεβ. ταύτην επιτροπήν, δια της Β. Νομαρχίας Αχαϊοήλιδος, το εσώκλειστον παλαιόν πιστοποιητικόν του συνταγματάρχου Ν. Τζαβέλα και των αντισυνταγματαρχών Τρ. Αποκορίτου και Χρ. Φωτομάρα, περί των στρατιωτικών αγώνων και θυσιών του αποβιώσαντος πατρός μου Παππά Αγγελή, εκ της Ναυπάκτου, εξαιτούμαι παρ’ αυτής να παραδεχθή το πιστοποιητικόν τούτο, ως αναφέρον γεγονότα αληθή και ουχί ψευδή και δυνάμει αυτού αποφασίσει να χορηγηθή και προς εμέ, το επιζών τέκνον του, αμοιβή τοιαύτη, οία θελει είναι ικανή, δια να αντισταθμίση τας εκδουλεύσεις και θυσίας αυτού.
Εν Πάτραις τη 24 Ιουνίου 1865
Ο ευπειθέστατος κάτοικος Πατρών
Αθ. Παππαγγελίδης


Παπανδρέας Καλλιαμπάκος Λομποτινά (Άνω Χώρα) Ναυπακτίας
α) Αίτηση (Χ.Α.Ε.Β.)
Προς
Την επί των θυσιών και αγώνων Σην εξεταστικήν επιτροπήν των Ελλήνων
Δια του κ. Επάρχου Ναυπακτίας
Ο εκ Μεγάλης Λομποτινάς των Κραβάρων του Δήμου Αποδοτίας της
Ναυπακτίας Παπανδρέας Καλλιαμπάκος
Εν Ναυπάκτω 7 Ιουνίου 1865
Μεταξύ των πράγματι εχόντων εκδουλεύσεις και θυσίας υπέρ του Ιερού αγώνος Ελλήνων καυχώμαι και ο υποφαινόμενος προς απόδειξιν των οποίων επισυνάπτω ώδε 1) το υπ’ αριθμ. 44/5 Ιανουαρίου 1846 πιστοποιητικόν του Δημάρχου Αποδοτίας και 2) Το από 5 Ιουνίου 1865 πιστοποιητικόν των οπλαρχηγών Τζαβέλα, Φασίτζα και Πράπα και παρακαλώ την επιτροπήν ταύτην να εκτιμήση και εύρη τα δίκαιά μου. Ο κύριος Έπαρχος Ναυπακτίας παρακαλείται να διευθύνη την παρούσαν μετά των λοιπών τριών εξομολογητικών εγγράφων προς την επιτροπήν συμφώνως με την 6 της από 20/2/1865 επιτροπής.
Ο Δικαιούχος
Παπανδρέας Καλλιαμπάκος

β) Πιστοποιητικό Δημοτικού Συμβουλίου (Χ.Α.Ε.Β.)
Αριθμ. 44
Το Δημοτικό Συμβούλιον Αποδοτίας
Πιστοποιεί ότι:
Ο επιφέρων το παρόν μας Παπανδρέας Καλλιαμπάκος ετών 60 κάτοικος Μ. Λομποτινάς του Δήμου Αποδοτίας, ότε ήχησεν η Σάλπιγξ του αγώνος της ανεξαρτήτου ελευθερίας μας επί το 1821 έτος, ύψωσε και ούτος εις τον ανεγερθέντα υψηλόν σταυρόν την κατά των Τούρκων χείρα του και βοήσας μετά των λοιπών γιγαντιαία τη φωνή εξέφρασε τας ακολούθους φράσεις “Ελευθερία ή θάνατος” ή τάν ή επί τας και πάραυτα αδράξας τα όπλα μετά του πατρός του Γεωργίου Καλιαμπάκου ζώντος έτι, φέρων συνάμα και στρατιώτας περίπου 33 δεν έλειψεν από πάσαν κατά των Τούρκων καταδίωξιν και ακολουθών τους ακολούθους οπλαρχηγούς και συνευρισκόμενος μετ’ αυτού εις τας ακολούθους μάχας.
Α. Εις τον του Αντιρρίου της Ναυπάκτου πολιορκισμόν, όπου ο πατήρ του επληγώθη.
Β. Είς το Ανομερλάρι της Τουρκίας κατά το 1822 κατά των Οθωμανών μάχην επληγώθη ωσαύτως ο πατήρ του, ακολουθούντες τους οπλαρχηγούς Παναγιώτην Σωτηρόπουλον, Γιαννάκην Γιολδάσην κλπ.
Γ. Επί το 1823 εφονεύθη ο πατήρ του εις την εις Τζακαλάκι της Παπαδιάς των Κραβάρων μάχην, διατελών υπό την οδηγίαν του Δήμου Τζέλιου, Γεωργάκη Κόρακα, Ιωάννου Φαρμάκη και Ανδρέα Σαφάκα και τούτου φονευθέντος ο υιός αυτού Παπανδρέας Καλιαμπάκος το αυτό έτος 1823 ακολουθών τους οπλαρχηγούς Μάρκον Βότσαρην, Παν. Σωτηρόπουλον και Ανδρ. Σαφάκαν ηγωνίζετο πολεμών και πολιορκών τους Οθωμανούς, ήτοι τον Ομέρ Πασά εις τας θέσεις Αγρίνιον και Πόρταν αυτού μ’ όλον τον προς την πατρίδα απαιτούμενον ένθερμον και διακαή ζήλον προς καταδίωξιν των Τούρκων.
Ως πολίτης δε δεν έλειψε υπηρετών και ως τοιούτου υπάρχοντος τους κατέκαυσαν δύο οικίας κειμένας εντός της Λομποτινάς και από την αρχήν της Επαναστάσεως και έκτοτε μέχρι σήμερον, Δημογέρων Διαγγελεύς της Επαρχίας μας, Επαρχιακός Σύμβουλος κλπ., όστις διαγγελεύς ών και εισπράκτωρ του εβδόμου τμήματος της επαρχίας μας το 1835 καταδιώκων αείποτε την ληστρικήν συμμορίαν, ως υπάλληλος της κυβερνήσεως εληστεύθη παρ’ αυτών, ήτοι του αρχιληστού Τόγγα Νάγκα και λοιπούς οπαδούς αυτού φονευθέντων εις τρόπον ώστε του κατέσφαξαν την νύκτα της 5 8βρίου 1835 δύο υιούς ονομαζομένους Δημήτριον και Νικόλαον, ο μεν ετών 10, ο δε 8. Μη υποφέρων ο πιστοποιούμενος Καλιαμπάκος τον φρικωδέστατον και αξιοθρήνητον αποκεφαλισμόν των ως είρηται υιών του, έσπευσε φεύγων, όπως αποφύγη και ούτος τον αποκεφαλισμόν τούτου. Επυροβολήθη υπό τρεις πυροβολισμούς υπό τριών ληστών και του συνέθλιψεν την αριστεράν χείρα, ήτις ως εκ τούτου εστάθη ανίατος και επροξένησεν και προξενεί τόσην ανικανότητα της υπηρεσίας του. Μη αρκεσθέντες οι ειρημένοι λησταί εις τούτο του αφήρεσαν προς τούτοις και άρπασαν την κινητήν περιουσίαν την συνισταμένην εκ δρχ. 10.000. Διό θεωρούντες τα συμβάντα του ειρημένου Παπανδρέα Καλιαμπάκου τόσον στρατιωτικώς όσον πολιτικώς υπηρετήσαντα αγωνιζόμενος, καθ’ όσον και ληστρικώς αξιοθρήνητα δοκιμάσας συμβάντα, παραχωρούμεν αυτώ το παρόν, ίνα του χρησιμεύση, όπου δεί.
Εν Μ. Λομποτινά 5 Ιανουαρίου 1846
ο Πρόεδρος, τα Μέλη.

γ) Πιστοποιητικό Δημάρχου (Χ.Α.Ε.Β.)
Αριθμ.910
Ο Δήμαρχος Αποδοτίας
Πιστοποιεί ότι
Ο φέρων το παρόν Παπανδρέας Καλλιαμπάκος ετών 75 κάτοικος του χωρίου Μ. Λομποτινάς του Δήμου τούτου είναι είς εκ των παλαιών αγωνιστών υπέρ του ιερού αγώνος και υιός και νόμιμος κληρονόμος του φονευθέντος Γεωργίου Καλλιαμπάκου.
Τη αιτήσει του εφοδιάζεται με το παρόν προς χρήσιν του
Λομποτινά 30 Μαΐου 1865
Ο Δημαρχιακός πάρεδρος
(υπογραφή δυσανάγνωστη)

δ) Πιστοποιητικό οπλαρχηγών (Χ.Α.Ε.Β.)
Επί τη έπιβαλλομένη παρά του Νόμου Ποινή και εν τη υποχρεώσει της πολιτικής αποζημιώσεως πιστοποιούμε οι υποφαινόμενοι ότι ο Παπαντρέας Καλλιαμπάκος εκ του χωρίου Μεγ. Λομποτινάς υπηρέτησε στρατιωτικώς την πατρίδα υπέρ της ανεξαρτησίας αυτής από το 1821 υπό τον Παναγιωτάκην Σωτηρόπουλον και Γεώργ. Πιλάλαν εις την μάχην Ναυπάκτου και Αντιρρίου κατά του Ισλάμπεη Πασά ομού μετά του πατρός του Γεωργίου Καλλιαμπάκου, όστις επληγώθη εις Αντίρριον. Από 1823-1827 υπηρέτησεν υπό τον Ανδρ. Σαφάκαν και Παναγιώτην Σωτηρόπουλον υπό τους αρχηγούς Καραϊσκάκη και Κίτζον Τζαβέλα εις τας μάχας Κεφαλόβρυσον έξωθεν του Αντελικού, εις Μουσαγίκη, εις το χωρίον Αμαρελάρο και Πόρτες, εις Ξηρόμερον, υπό την αρχηγίαν του Μάρκου Μπότσαρη κατά του Ομέρ Πασά.
Εις δε το έτος 1823 εφονεύθη ο πατήρ του εις θέσιν Τζακαλάκι ή Παπαδιά υπό των εχθρών Οθωμανών Μπανούση Σέβρανη και ότι εν τω διαστήματι της Ιεράς επαναστάσεως, δεν έλειψε από μάχας κατά των εχθρών Οθωμανών.
Όθεν κατ’ αίτησιν αυτού και χάριν της αληθείας επαφίεται το παρόν, ίνα του χρησιμεύση όθεν ανήκει.
Εν Ναυπάκτω 5/6/1865
Οι πιστοποιούντες
Ν. Τζαβέλας, Α. Φασίτζας Αν/ρχης, Γ. Πράπας Τ/ρχης
Κυρούται το γνήσιον των ανωτέρω υπογραφών
Ναύπακτος 6/6/1865 ο Δήμαρχος Ν. Παπαχρίστου

ε) Πιστοποιητικό Οπλαρχηγών (π. ΝΑΥΠΑΚΤΙΑΚΑ, τ.Α, 1983, σ. 309)
Πιστοποιούμεν οι υποφαινόμενοι ότι ο Παπανδρέας Καλιαμπάκου ετών 48 εκ Λομποτινάς Κραβάρων υπηρέτησεν στρατιωτικώς απαρχής του υπέρ ελευθερίας πολέμου υπό τους οπλαρχηγούς Γεώργιον Πιλάλαν, Ανδρέαν Σαφάκαν, Παναγ. Σωτηρόπουλον και Α. Καναβόν και παρευρέθη εις διαφόρους μάχας? εις οκτώ περί την Ναύπακτον πολιουρκουμένην, Βλοχόν κατά Ιμερπασά, Τσακαλάκι Κραβάρων κατά Μπανούση Σέρβανη του Κιουταχή, έξωθεν του Μεσολογγίου, εις Σύλιανη, εις Καλιακούδα και λοιπές συγκροτηθείσες μάχες διατελών πάντοτε επικεφαλής μαγκατζής (υπαξιωματικός). Υπηρέτει δε πάντα με ζήλον και ανδρείαν. Εις την μάχην Τσακαλάκι εφονεύθη ο πατήρ του. Μετά δε την άφιξιν της Α.Μ. Διαγγελεύς ών εις το τμήμα των Κραβάρων και ενεργηθείς εις την σύλληψιν της ληστρικής συμμορίας του Καμπέρη. Ένεκα τούτου τον επρόσβαλον άλλοι ληστές φονεύσαντες τους υιούς του και επλήγωσαν αυτόν εις την χείραν.
Όθεν του δίδεται η παρούσα πιστοποίησις να τω χρησιμεύση.
Εν τη 8 10βρίου 1841
Ν. Τζαβέλας αντισυνταγματάρχης
Γ(ιαννούσης) Πανομάρας αντισυνταγματάρχης
Χρ. Φωτομάρας Αντισυνταγματάρχης


Ιερεύς Παπαχρήστος Γεροπαναγιωτόπουλος, οπλαρχηγός από το Καταφύγιο (Αμόρανη) Ναυπακτίας (Χ.Α.Ε.Β)
α) Προς την επί των Στρατιωτικών Εκδουλεύσεων Επιτροπήν.
Ότι ο υποφαινόμενος υπηρέτησα την πατρίδα στρατιωτικώς κατά τον αιματηρόν αυτόν αγώνα, μαρτυρούσι τα συναπτόμενα δύο πιστοποιητικά, αυτό του Δημοτικού Συμβουλίου και το διαφόρων οπλαρχηγών, αλλά δυστυχώς παρεγκωνίσθην μέχρι τούδε. Ευελπίσθην δε ήδη μαθών ότι η πατρική κυβέρνησις έλαβε πρόνοια και δια τους ενδεείς αγωνιστές? συνέστησε επί τούτω εξεταστικήν επιτροπήν και δια τούτο προερχόμενος ενώπιον αυτής δια της παρούσης μου εξαιτούμαι, όπως αμείψη και εμέ αρκούντως.
Παρακαλώ όθεν το Σον Επαρχείον Ναυπακτίας ίνα διαβιβάση την παρούσαν μου με τα συναπτόμενα εις την ανωτέρω επιτροπήν αρμοδίως.
Ευσεβάστως
Παπαχρίστος γεροπαναγηοτόπλος

β) Επί τη οριζομένη υπό του ποινικού νόμου ποινή και τη υποχρεώσει πολιτικής αποζημιώσεως, πιστοποιείται παρά των υποφαινομένων οπλαρχηγών ότι ο φέρων το παρόν μας Παπαχρήστος Γεροπαναγιωτόπουλος κάτοικος του χωρίου Αμόρανης του Δήμου Αποδοτίας ένθερμος ζηλωτής της πατρίδος λαβών τα όπλα απ’ αρχής της επαναστάσεώς μας, ήτοι από του 1821 έχων υπό την οδηγίαν αυτού έως πεντήκοντα στρατιώτας, διετέλεσεν υπό τας διαταγάς του οπλαρχηγού Τριανταφύλλου Αποκορίτη μέχρι του 1824 και από της εποχής ταύτης μέχρι του 1828 υπό τας διαταγάς του Σιαφάκα? εις όλο το διάστημα τούτο της επαναστάσεώς μας παρευρέθη εις πολλάς μάχας μετά των ανωτέρω οπλαρχηγών και ιδίως εις τας του Μεσολογγίου, Άμπλιανης, Αράχωβας, Ναυπάκτου και αλλαχού, εις τας οποίας έδειξε ζήλον και αφοσίωσιν προς την πατρίδα και αρκετήν ανδρείαν κατά των εχθρών και ευπείθειαν προς τους ανωτέρους του.
Προς βεβαίωσιν όθεν των ανωτέρω εφοδιάζεται με το παρόν ο διαληφθείς Παπαχρήστος Γεροπαναγιωτόπουλος δια να του χρησιμεύση, όπου ανήκει,
Εν Ναυπάκτω 20 Ιουνίου 1846
Οι οπλαρχηγοί
Ιωάννης Π. Φαρμάκης, Χρίστος Φωτομάρας, Αντώνιος Βοτζαΐτης, Τριαντάφυλλος Αποκορίτης

γ) Το Δημοτικόν Συμβούλιον του Δήμου Αποδοτίας πιστοποιεί ότι
Ο Παπαχρήστος Γεροπαναγιωτόπουλος αυτόχθων Έλλην, γέννημα και θρέμμα, κάτοικος του χωρίου Αμόρανης του Δήμου τούτου, ένθερμος αγωνιστής, ηχησάσης στεντορείως της επαναστατικής σάλπιγγος κατά του στερούντος την ελευθερίαν της Ελλάδος Οθωμανού, αποθέσας τους κόμπους της δουλείας και ενδυθείς τον ενθουσιασμόν υπέρ απελευθερώσεως της πατρίδος άδραξε τα όπλα του κατά των τυράννων και με βήμα ατρόμητον, με βαθύν και ασάλευτον ζήλον και με απαράτρεπτον ευπείθειαν και τους Ελληνικούς θεσμούς υπηρέτησεν από του 1821 μέχρι του 1829 με τους διαφόρους του έθνους οπλαρχηγούς πιστός την πατρίδα, παρευρεθείς εις τας περιβοήτους μάχας Μεσολογγίου και όλας τας κατά των Τούρκων σημαντικάς, μεγάλας τε και μικράς, φέρων πάντοτε υπό την οδηγίαν του μισθοδοτουμένους υπό της ιδίας του καταστάσεως πεντήκοντα στρατιώτας, ως αξιωματικός, εθυσίασεν μέχρι ανεξαρτησίας το πλείστον μέρος της υπάρξεώς του προς διατήρησιν του στρατιωτικού σώματος αυτού, ήτοι των στρατιωτών του, ώστε μεταξύ τοιούτων αγώνων διεκρίθη η αντοχή του υπερβαλλόντως, απερίγραπτη η αφοσίωσίς του, τα ανδραγαθήματά του, η πίστις του και αι θυσίαι του άχρις ότε εσυντρίφθησαν οι οδόντες του Οθωμανού κατά κράτος από την φίλην πατρίδα την Ελλάδα.
Ταύτα πάντα γιγνώσκον σαφώς το Δημοτικόν Συμβούλιον τούτο επαφίη το παρόν πιστοποιητικόν έγγραφόν του προς τον μνημονευόμενον ηρωϊκώς αγωνισθέντα παλαιόν στρατιωτικόν κατ’ αίτησίν του, ίνα τω χρησιμεύση, όπου ανήκει.
Εν Μεγάλη Λομποτινά την 11 Απριλίου 1844
Ο Πρόεδρος / Γεώργιος Θωμόπουλος
Τα Μέλη / (10 υπογραφαί)
Ο Δήμαρχος Αποδοτίας / Π. Πολυμερόπουλος



Στρατιωτικός Ιερεύς Παπακώστας Κυριαζής από Βονόρτα (Κάτω Πλάτανος) Ναυπακτίας (Χ.Α.Ε.Β.)
α) Α ν α φ ο ρ ά των Αναγνώστου και Γεωργίου Παπακωνσταντίνου κατοίκων Βονόρτας του Δήμου Προσχίου, ως κληρονόμων του πατρός των Παπακωνσταντίνου
Πλάτανος 11 Ιουνίου 1865
Προς
Την επί των εξετάσεων των δικαιωμάτων των παλαιών αγωνιστών Σ. Επιτροπήν.
Ο πατήρ ημών κατά τον υπέρ ανεξαρτησίας της πατρίδος Ιερόν αγώνα συνετέλεσεν ως στρατιωτικός Ιερεύς ηθικώς τε και υλικώς τε απ’ αρχής μέχρι τέλους, ως και κατά την κατανομήν των ελαφρών ταγμάτων επί κυβερνήτου ανεγνωρίσθησαν τα δικαιώματα αυτού και ανευρέθη το όνομά του εν τοις Μητρώοις.
Υποβάλλοντες όθεν δια της παρούσης τρία πιστοποιητικά, της 10 Δ/βρίου 1837 υπογεγραμμένο παρά διαφόρων οπλαρχηγών υπ’ αριθμ. 20227 του υπουργείου των εκκλησιαστικών κλπ. και υπ’ αριθμ. 174 της υποδιοικήσεως Ναυπακτίας παρακαλούμεν την Σ. ταύτην Επιτροπήν, να λάβη υπ’ όψιν τα δίκαια και ευαρέστως αποφασίση ότι δίκαιον εις αμοιβήν των εκδουλεύσεων του αειμνήστου πατρός, συνημμένως υποβάλλομεν και πιστοποιητικόν ταυτότητος της ενταύθα Δημοτικής αρχής υπ’ αριθμ. 1235
Ευπειθέστατος
Αναγνώστης Παπακωνσταντίνου

β) Α π ο δ ε ι κ τ ι κ ό ν
Οι υποφαινόμενοι πιστοποιούμεν εν συνειδότι ο ονομαζόμενος Κώνστας Παπαγιάννη Κυριαζής εκ του χωρίου Βονόρτα της Επαρχίας Κραβάρων υπηρέτησεν ως Ιερεύς εις διάφορα Στρατιωτικά Σώματα και ότι κατά το 1832 διωρίσθη στρατιωτικός Ιερεύς του 19ου ελαφρού τάγματος, καθ’ όλον δε το διάστημα της υπηρεσίας του έδειξε καλλίστην διαγωγήν, άμετρον ζήλον και πολλήν φρόνησιν. Κατ’ αίτησίν του δε τον εφοδιάζομεν με την παρούσαν μας πιστοποίησιν δια να του χρησιμεύση όθεν ανήκει.
Μεσολόγγιον την 18/30 10βρ. 1837
(υπογραφές δυσανάγνωστες)

γ) Π ι σ τ ο π ο ι η τ ι κ ό ν Τ α υ τ ό τ η τ ο ς
Αριθμ. 1235
Ο Δήμαρχος Προσχίου
Επί τη οριζομένη από τον Ποινικόν Νόμον ποινή και επί τη υποχρεωσει της ανηκούσης πολιτικής αποζημιώσεως κλπ. πιστοποιώ ο υποφαινόμενος ότι ο Αναγνώστης Παπακωνσταντίνου και Γεώργιος Παπακωνσταντίνου κάτοικοι Βονόρτας του Δήμου του οποίου προΐσταμαι ηλικίας 47 και 40 εγγεγραμμένοι εν τω δημοτολογίω υπ’ αύξ. αριθμ. 278 και 276/18 8βρίου 1852 της κοινότητας Βονόρτας, ο μεν κατοικών ενταύθα ο δε διαμένων εις Βουκουρέστιον, είναι αυτονόητοι και νόμιμοι κληρονόμοι του αποβιώσαντος παλαιού αγωνιστού Στρατιωτικού Ιερέως Παπακωνσταντίνου Κυριαζή.
Κατ’ αίτησίν του όθεν επαφίεμεν το παρόν πιστοποιητικόν ταυτότητα προς χρήσιν του.
Πλάτανος 11/Ιουνίου 1865
Ο Δήμαρχος / (υπογραφή δυσανάγνωστος)

δ) Α π ο ν ο μ ή α ρ γ υ ρ ο ύ α ρ ι σ τ ε ί ο υ
ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
Η ΕΠΙ ΤΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΤΗΣ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΕΩΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
Προς τον αιδεσιμώτατον πρεσβύτερον κύριον Κώνσταν Κυριαζήν.
Η επιτροπή η διορισθείσα προς αναθεώρησιν των πράξεων της πρώτης περί των αριστείων επιτροπής απέρριψε την πράξιν δι’ ής η ειρημένη πρώτη επιτροπή κατέταξεν υμάς εις τον κατάλογον του αργυρού αριστείου.
Αλλ’ η Α.Μ.Σ. ημών Βασιλεύς λαβών υπ’ όψιν τας ιδιαιτέρας εκδουλεύσεις τας οποίας οι εκ του Ιερατικού καταλόγου ένεκα του βαθμού των και της συνδεδεμένης μετ’ αυτού υπολήψεως έκαμον εν τω διαστήματι του υπέρ της ανεξαρτησίας αγώνος, ως θέλων τιμήση κατ’ εξαίρεσιν την τάξιν αυτών των ιερωμένων, απεφάσισε να δοθή εις υμάς το αργυρούν νομισματόσημον.
Τούτο διευθύνοντες προς υμάς δια της παρούσης σάς γνωστοποιούμεν συγχρόνως ότι το περί αυτού δίπλωμα θέλει σάς αποσταλή οσονούπω.
Ο Γραμματεύς / Γ. Γλαράκης

ε) Δ ι ο ρ ι σ μ ό ς ω ς σ τ ρ α τ ι ω τ ι κ ό ς Ι ε ρ ε ύ ς
Εν Ναυπάκτω τη 3 Μαΐου 1838
Βασίλειον της Ελλάδος
Ο Υποδιοικητής Ναυπακτίας
Προς τον Ιερέα κ. Παπακώνσταν Κυριαζήν
εκ Βονόρτας του Δήμου Προσχίου
Κατά την από 28 Απριλίου Τ.Σ. υπ’ αριθμ. 6, 286 πρόσκλησιν της Γραμματείας των Εσωτερικών σπεύδομεν να σάς κοινοποιήσωμεν ότι κατά την προς αυτήν ειδοποίησιν, η επί των Στρατιωτικών Γραμματεία έλαβεν υπ’ όψιν την προς αυτήν αίτησίν σας και σκοπεί να σάς διορίση ιερέα εις τον στρατόν κατά τον προσεγγίζοντα νέον διοργανισμόν αυτού και ότι εντός ολίγου θέλει σάς αποσταλή εις το παρά της εξεταστικής επιτροπής προσδιορισθέν δι’ υμάς αργυρούν εθνόσημον
Ο υποδιοικητής / Πανάγος Λογοθέτης

Παπαδημήτρης, Ναυπάκτιος (Γ.Α.Κ., Μ.Σ.)
Σε μητρώο συντάξεων με α.α 260 και α.μ. 426 καταχωρείται: “Ζωΐτσα Παπαδημήτραινα Ναύπακτος. Του ανδρός της φονευθέντος μετά των δύο υιών της εις Ναύπακτον πολιορκουμένην υπό των Ελλήνων”.

Παπαδημήτρης Τζερεμές-Κραβαρίτης.
Στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως δημοσιεύεται “Διάταγμα προικίσεως τινών ορφανών των υπέρ πατρίδος πεσόντων” με το οποίο προικοδοτείται και η θυγατέρα του εκ Κραββάρων Παπαδημητρίου Τζερεμέ (Φ.Ε.Κ 11/20 Μαΐου 1842, σ. 63)

Ιερεύς Κανέλος Οικονόμου από Κλεπά Ναυπακτίας (Ι.Ε.Ε.Ε.)
α) Πιστοποιητικό Δημοτικού Συμβουλίου.
Το Δημοτικόν Συμβούλιον του Δήμου Προσχίου
Πιστοποιεί
Την 19 Ιουνίου 1842 εν Πλατάνω του Δήμου Προσχίου.
Ότι ο εκ του χωρίου Κλεπάς του Δήμου τούτου Ιερεύς Κανέλος Οικονόμου υπάρχων αγωνισθείς κατά τον υπέρ ανεξαρτησίας της πατρίδος μας αγώνα, ο οποίος όχι μόνον εξαρχής του ιερού τούτου αγώνος διαφόρων οπλαρχηγών παραβρισκόμενος, αλλά μετ’ αυτού τούτου και εις τινάς επισήμους μάχας ως δεικνύεται και εκ των σωζομένων εις χείρας του ενδεικτικών των τότε οπλαρχηγών του? προς τούτοις υπέφερεν και όχι ολίγην ζημίαν εις το διάστημα τούτο, υπήρχεν ως μίαν των καλών οικογενειών εις τροφάς και εις πολεμοφόδια των κατά καιρούς τότε Ελληνικών στρατευμάτων και εκ των Οθωμανών οίτινες αρπάσασαι όλην εν γένει την γενικήν του περιουσίαν έκαυσαν επιτέλους και την πολυτίμητον οικίαν του κατά το παρελθόν έτος 1827 εις τρόπον δε όπου εκατήντησεν ήδη ένεκα των ανωτέρων περιστάσεων εις άκραν ένδειαν αρχηγέτης ών μιας πολυαρίθμου οικογενείας πάσχει νυν τον επιούσιον άρτον ως ήν πασίγνωστος. Ο Ιερεύς ούτος ως εκ των ανωτέρων δικαιωμάτων του κατετάχθη εις την έλευσιν του αειμνήστου Ιωάννου Αντωνίου Καποδίστρια ως Ιερεύς του πέμπτου τάγματος του κ. Κωνστ. Βέρη και διατελών ούτος μέχρι της αφίξεώς του εις την Ελλάδα της Α.Μ. καθ’ ήν εδιαλύθησαν τα στρατεύματα δια Υ.Β. Διατάγματος και έκτοτε μένει άχρι τούδε υστερημένος τους καρπούς της αγωνίσεώς του και αυτών ακόμη των θυσιών του.
Όθεν γνωρίζοντες ακριβώς και εύθυνοδότως το Δημοτικόν τούτο Συμβούλιον ταύτα πάντα του κ. Παπακανέλου εις τον οποίον επαφίεται το παρόν πιστοποιητικόν δια να τω χρησιμεύση όπου δεί.
Ο Πρόεδρος / Ιωάν. Πάνου
Τα Μέλη αυτού, / Γεώργιος Παναγιώτου / Νικ. Σισμάνης / Γ. Κωνσταντίνου / Α. Μπουραζέρης / Θ. Δημητράκης / Δημ. Παπαζησίμου / Γιάννης Γιαβρούτας / Κώτζης Χατζημιχάλης / Γ. Πολίτης / Τάσιος (;)

Αριθ. 639
Ο Δήμαρχος Προσχίου
Επικυροί την γνησιότητα των υπογραφών του Δημοτικού Συμβουλίου, καθώς και τα εμπεριεχόμενα.
Εν Πλατάνω την 21 Ιουλίου 1842
Ο Δήμαρχος / Μ. Ιω. Μιχαλόπουλος
(Βλ. και “ΝΑΥΠΑΚΤΙΑΚΑ”, όπ. σ. 306).

Γεώργιος Πρωτοπαπάς, από Πλάτανο Ναυπακτίας
Α) Δημοσίευμα Εφημερίδας (“Θρίαμβος” 22 Ιανουαρίου 1846).
“Ο Γ. Πρωτοπαπάς ιερεύς σεβάσμιος ταράττει, ως λέγεις, την ησυχίαν της επαρχίας των Κραβάρων δεν βεβαιώνεται άλλο τι εκ τούτου ειμή ότι εισακούεται δεν εσκέφθης δε ότι το να εισακούεταί τις εντός τινος επαρχίας δεν είναι τυχαίον. Είναι αποτέλεσμα ευαρέστου διαγωγής αφιλοκερδίας, πατριωτισμού και συνέσεως? προσόντα τα οποία συγκεντρούμενα άπαντα εις το πρόσωπον του Γ. Πρωτοπαπά εφείλκυσαν εξ αρχής την αγάπην των πατριωτών του..όποτέ δεν κατεχράσθη την αγάπην των πατριωτών του? ιερεύς καθ’ όλην την έννοιαν της λέξεως....
Αναφέρεις ότι δεν έχει εκδουλεύσεις στον αγώνα.....
Τον απάντησαν όμως άνδρες Μεγάλοι, γενναίοι, όσοι έλαβον δραστήριον και αποτελεσματικόν μέρος κατά την επανάστασιν, τον απήντησεν ο Σκαλτσάς, ο Σιαφάκας, ο Καραϊσκάκης κλπ.......
Ο Γ. Πρωτοπαπάς είναι ιερεύς του ΙΙΙ και ΙV τάγματος της Οροφυλακής διατελών εν αδεία? όστις είναι περιεργότερος θέλει μάθει ευκόλως ότι το σέβας και αγάπη των αξιωματικών και στρατιωτών των ειρημένων ταγμάτων τον παρακολουθεί παντού.....”
(Από επιστολή με την υπογραφή “έτερος εκ των Κραβάρων” σε απάντηση επιστολής με την υπογραφή “είς εκ των Κραβάρων”).

β) Δημοσιεύματα Εφημερίδας Κυβερνήσεως
-Τον αργυρούν σταυρόν των Ιπποτών του Σωτήρος απονέμομεν εις τον στρατιωτικόν Ιερέα Γεώργιον Πρωτόπαπα του Αρχηγείου του σώματος Οροφυλακής Ευρυτανίας (Έκτακτο Παράρτ. Τ ής Εφ. Κυβ. αρ. 2 του έτους 1845 Αριθ. Υ Διαταγή της Ημέρας δια τον Βασ. Ελληνικόν Στρατόν, Αθήνα 3/Φεβρουαρίου/1845)
-Ο Στρατιωτικός Ιερεύς των επιτελών του σώματος Γεώργιος Πρωτοπαπάς αναλαμβάνει την θρησκευτικήν υπηρεσίαν παρά τοις 3 και 4 ελαφροίς Τάγμασι της Οροφυλακής. (ΦΕΚ 18/9 Ιουλίου 1845)
-Διάταγμα της 25 Φεβρουαρίου 1852 περί διορισμού του κ. Γεωργίου Πρωτόπαπα ως ιερέως επί της κοβέρτας Αμαλίας (ΦΕΚ 4 Μαρτίου 1852).

Παπατριαντάφυλλος Γεωργίου από Βονόρτα (Κατάσταση 9 Νοεμβρίου 1829 ΙΗ τάγματος Γιάννη Π. Φαρμάκη, Γ.Α.Κ. Π.Τ.Κ. Φ 12)

* Αναδημοσίευση από τα Ναυπακτιακά Μελετήματα Γ΄, Ιστοριολαογραφικά Ναυπακτίας, έκδ. Συλλόγου Δορβιτσιωτών Ναυπακτίας “Η Αναγέννηση”, Αθήνα 1985

Καπετάν Σαφάκας.

Ο Καπετάν-Σαφάκας θεωρείται πρότυπο κλέφτη-αρματολού. Γεννήθηκε στην Αρτοτίνα (1) το 1780 και το παρατσούκλι του «Σαφάκας» προέρχεται από την τουρκική λέξη «σαφάκ» που σημαίνει «αστραπή». Το πατρικό του όνομα ήταν Καραδήμος. Ακολούθησε τον Κλέφτικο βίο και αναγνωρίστηκε καπετάνιος στα Κράβαρα και το Λιδωρίκι. Υπηρέτησε πιστά τις κοινότητες της ορεινής κεντρικής Ελλάδας τον καιρό της επανάστασης 1821-1826. Πότε μαζί με την κεντρική διοίκηση των Ελλήνων (έμβρυο του ελληνικού κράτους), πότε μαζί με τους Τούρκους « κλείνοντας μαζί τους μυστικές συμφωνίες-καπάκια (2)», αγωνίστηκε πάντα για τα συμφέροντα των τοπικών κοινοτήτων με γνώμονα τις υποδείξεις τους και ενάντια σε κάθε συγκεντρωτισμό. Έτσι κι αλλιώς δεν πίστεψε ποτέ σε κανέναν εθνικό αλυτρωτισμό. Συμμετείχε καταλυτικά στις μάχες του Αετού (3) (Μάιος 1821), της Υπάτης (4) (02 Απριλίου 1822) του Πλατάνου (5) (Σεπτέμβριος 1823) και της Άμπλιανης(6) (14 Αυγ. 1824) , στην απελευθέρωση του Καρπενησιού (7) (Ιανουάριος 1822). Εξοντώθηκε προδοτικά τo 1828 από τον σύντροφό του Σωτήρη Στράτο ή Τουρκοσωτήρη, που εκτέλεσε εντολές της κυβέρνησης των Ελλήνων, σε συνεννόηση με τον Κιουταχή.

ΚΑΠΕΤΑΝ - ΣΑΦΑΚΑΣ
Προψές από τα Γιάννενα μεσ' απ' το κάστρο βγήκε
και πήρε δίπλα τα βουνά, δίπλα τα κορφοβούνια
Νύχτα και μέρα περπατεί δρόμους και μονοπάτια
Μονάχος καταμόναχος γυμνός και πεινασμένος
Εις την Τατάρνα έφτασε, στην εκκλησιά εμπήκε,
Κι έταξε χρυσομάντηλο να φέρει να κρεμάσει
Αν φτάσει πέρα στ' 'Aγραφα που είχε δικούς και φίλους
Κι είχε φίλο γκαρδιακό τον καπετάν Σωτήρη
Φίλον από μικρά παιδιά και βλάμην το Βαγγέλιο
Έφτασε και τον εβρήκε και γλυκοφιληθήκαν
Και τι τα θέλει τα φιλιά και τα γλυκά τα λόγια
Την άλλη μέρα πέσανε τρία πικρά ντουφέκια
Εκεί που τρώγαν κι έπιναν με την Σωτήρη Στράτο
Ψιλή φωνίτσαν έβγαλε με ματωμένη γλώσσα:
Βλάμη γιατί με σκότωσες, με πήρες στο λαιμό σου
Λόγγοι βαΐστε και κλαριά, βουνά χαμηλωθείτε
Να πάει στη μάνα μ' η φωνή, στη δόλια μου γυναίκα
Και συ αγέρα πάρε την, ν' ακούσει ο κόσμος όλος
Να μάθει πως εγλύτωσα απ' των Τούρκων τα νύχια
Και μ' έφαγεν ο βλάμης μου, ο άπιστος ο Στράτος.

1) Λίγα μέτρα πιο πάνω από την Πλατεία της Αρτοτίνας βρίσκεται το σπίτι του Οπλαρχηγού της Επανάστασης Ανδρίτσου Σαφάκα στο οποίο σήμερα στεγάζεται το Ιστορικό-Λαογραφικό Μουσείο του Χωριού.
2) Τα καπάκια, οι μυστικές συμφωνίες των οπλαρχηγών της Ρούμελης με τους Τούρκους, θεωρούνταν γενικά ενθοφελή στρατηγήματα. Όποιος έβαζε καπάκι ή ψευτο-κάπακο επέβαλε ανακωχή, έσωζε τους πληθυσμούς από τη σφαγή και τη λεηλασία και συνάμα κέρδιζε πολύτιμο χρόνο. Σε παρόμοιες συμφωνίες κατέφυγαν ο Βαρνακιώτης, ο Ίσκος, ο Γώγος Μπακόλας, ο Ράγκος, ο Βαλτινός, ο Στορνάρης, ο Σαφάκας, ο Καραϊσκάκης και ο Ανδρούτσος. Ήταν δηλαδή μια χερσοελλαδίτικη τακτική - γνωστή σε όλους και αποδεκτή. Ωστόσο η έλευση του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου και η δυναμική εμπλοκή του στον ξεσηκωμό της Δυτικής Ελλάδας κατέστησε τα καπάκια πέτρα σκανδάλου και πανίσχυρο πολιτικό επιχείρημα· με πρόσχημα τις επαφές με τον εχθρό, ο ετερόχθων φαναριώτης είχε την ευχέρεια να διαχωρίζει τους καπετάνιους σε "πατριώτες" και "προδότες" ανάλογα με την τροπή των πραγμάτων και τις ατομικές του επιδιώξεις. Οι αληπασαλήδες ήρθαν σε δεινή ρήξη με τον ποστέλνικο. Έτσι ο Βαρνακιώτης εξοβελίστηκε, ο Μπακόλας πέρασε στο στρατόπεδο των Τούρκων, ο Καραϊσκάκης δικάστηκε ως προδότης, ενώ ο Ανδρούτσος είχε το οικτρό τέλος που ξέρουμε.
3) Η ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΑΕΤΟΥ:
Μετά την μάχη στο χάνι της Γραβιάς ( 8 Μαΐου 1821 ) οι οπλαρχηγοί Γκούρας , Σκαλτσοδήμος και Σαφάκας, σε συνεννόηση με τον οπλαρχηγό Γεωργάκη Κοντογιάννη, αποφάσισαν να επιτεθούν και να κτυπήσουν την Υπάτη για να αναγκάσουν τους Τούρκους να υποχωρήσουν και να αφήσουν ελεύθερη τη διάβαση των Θερμοπυλών. Οι Γκούρας και Σκαλτσοδήμος έπιασαν την θέση Αετός δίπλα στην Καστανιά και πάνω από την Υπάτη. Ο Σαφάκας έπιασε την θέση Πάθενα πάνω από το Σμόκοβο και δίπλα στο Νιοχώρι, σε συνεννόηση με τον Γεωργάκη Κοντογιάννη την επομένη να κτυπήσουν μαζί την Υπάτη. Απρόοπτα όμως με το ξημέρωμα της μέρας ,οι Γκούρας και Σκαλτσοδήμος, βρέθηκαν περικυκλωμένοι από 1500 Αλβανούς υπό τις διαταγές του Αλβανού Τελεχόν Φέζον συγγενή του Αλή Πασά . Η μάχη που ακολούθησε ήταν σφοδρή σώμα με σώμα ,κράτησε έως την δύση του Ήλιου. Η αριθμητική υπεροχή των Αλβανών ανάγκασε τους Έλληνες να οπισθοχωρήσουν μέσα στην χαράδρα. Τότε επετέθη ο Σαφάκας κατά των Αλβανών με 300 παλικάρια. Οι Αλβανοί ξαφνιάστηκαν, νόμισαν ότι περικυκλώθηκαν και τράπηκαν σε φυγή . Στο πεδίο της μάχης εγκατέλειψαν 200 νεκρούς και τραυματίες καθώς και άφθονο πολεμικό υλικό. Μετά την νίκη κατά των Τούρκων όμως οι Έλληνες δεν επιτέθηκαν τελικά κατά της Υπάτης. Οι Ελληνικές απώλειες ήταν 12 στρατιώτες νεκροί σύμφωνα με τη Μεγάλη Στρατιωτική εγκυκλοπαίδεια, ( Τόμος Α, σελίδα 291.) Το σώμα του Σαφάκα αποτελείτο από λίγο τακτικό Στρατό και τους κατοίκους των χωριών Σμόκοβου , Νιοχώρι και Χομίργιαννης . Σε αυτή την μάχη διακρίθηκαν οι Σμοκοβίτες , Παπαδήμας , Γεωργουσανδρέας , Ζαχαρής , Τσιρούνης Γεώργιος , Γιαννούλης Παπανδρέας , Μανιώτης (Αλατάς), Καραδήμας. Από την Χομίργιαννη διακρίθηκε ο Κουσουρής ,ο οποίος την εποχή εκείνη ήταν αρχιτσέλιγκας με 5.000 πρόβατα . Στη μάχη του Αετού ,πήρε μέρος και ο μικρός γιός του Κουσουρή , Ιωάννης τον οποίο, μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας τον σκότωσαν ληστές επειδή δεν τους έδωσε μία κουμπούρα.Το μέρος που σκότωσαν οι ληστές τον Κουσουρή ονομάσθηκε : στο βάρεμα του Κουσουρόγιαννου.
4) Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΥΠΑΤΗΣ:
Η μάχη της 2 Αpριλίου 1822, όπου κατόπιν σύσκεψης με τον Υψηλάντη, επιτέθηκαν κατά της Υπάτης (Πατρατζίκι) , οι οπλαρχηγοί Κοντογιάννης, Πανουργιάς, Σκαλτσάς και Σαφάκας. Κατάφεραν να κυριεύσουν την πόλη, αλλά όχι και το φρούριο, πάνω από την πόλη, στο οποίο υπήρχαν οχυρωμένοι 1500 Τουρκαλβανοί. Επιτέθηκαν ξανά μετά από κάμποσες ημέρες εναντίον του φρουρίου, με μεγαλύτερη δύναμη, έδιωξαν τους Τουρκαλβανούς από το φρούριο προς την πόλη, αλλά τελικά απεχώρησαν καθώς έφτασαν ενισχύσεις των Τούρκων από την Λαμία.
Μια αυθεντική περιγραφή της μάχης δίνει ο ίδιος ο Υψηλάντης :
«ΜΑΧΗ ΖΗΤΟΥΝΙΟΥ ΚΑΙ ΠΑΤΡΑΤΖΙΚΙΟΥ
Νουμ.33
Πανευγενέστατοι Βουλευταί
Δι΄ άλλου γράμματος έγραψα πρός υμάς τας αιτίας της βραδείας πορείας μου. Την 13 του παρελθόντος ελθών εις το Δίστομον , έστειλα ιδιαιτέρως πρός όλους τους καπητάνους , προσκαλών αυτούς εις την Γραβιάν διά να συσκεφθώμεν περί του σχεδίου μάχης .Τήν 24 ήλθαν είς τον μπράλλον ο Μήτσος Κοντογιάννης και ο Καλτσοδήμος όπου απεφασίσθη ο μέν Οδυσσεύς και Νικήτας και Γεώργιος Δυοβουνιώτης να περάσωσιν εις την Στυλίδα με 4 χιλιάδας ο δε Μήτσος Κοντογιάννης και ο Καλτσοδήμος να κτυπήσωσι το Πατρατζίκι , το δε στράτευμα του Πανουριά να σταθή εις τούς Κομποτάδες και να υπάγη εις βοηθειάν των , όταν ορμήσωσιν εις το Πατρατζίκι η δέ μάχη ν΄αρχίση και εις τα δύω μέρη την Μεγάλην Παρασκευήν . Η συμφωνία αύτη υπεγράφη και εσφραγίσθη από όλους. Την Τετράδην ανεχώρησεν ο Οδυσσεύς και ο Νικήτας με τα στρατευματά των επέρασαν αντίκρυ το Σάββατον το πρωί μη δυνηθέντες προτήτερα . Άρχισαν ευθύς τόν πόλεμον , έκαυσαν τον Αχινό , τα Καλύβια και την Στυλίδα . Εις την Στυλίδα ήσαν πολλοί εχθροί , ήλθαν και άλλοι από το Ζητούνι πρός βοηθειά των , ο πόλεμος εστάθη πεισματώδης και αιματωδέστατος , οι Έλληνες δεν εμποδίσθησαν ούτε από το ιππικόν , ούτε από τον κάμπον , ούτε από τα κανόνια και τα μισδράλια , αλλ΄ως άτρωτοι πολεμούντες και ανακατωθέντες χέρια με χέρια έκαμαν νίκην λαμπροτάτην . Υπέρ τους πεντακοσίους είνε ο αριθμός των θανατωθέντων και πληγωθέντων εχθρών , έκ δέ των ημετέρων μόνον εικοσιπέντε εθανατώθησαν και επληγώθηκαν . Το επίλιπον στράτευμα των εχθρών πεφοβημένον έφυγεν εις το Ζητούνι , οι ημέτεροι περιτειχίσαντες την Αγίαν Μαρίνην χωρίον πλησίον της Στυλίδος ευρισκόμενον εστρατοπεύδευσαν . Η μάχη εστάθη τρείς ημέρας αδιάκοπος και επειδή το Πατρατζίκι δεν είχε κτυπηθεί συγχρόνως , η δύναμις του εχθρού έπεσεν όλη εις το κάτω μέρος . Η δύναμις όμως όμως του Θεού την εματαίωσεν και απέδειξε την νίκην των ημετέρων ακόμη λαμπροτέραν . Μαθών ότι οι επάνω δέν εκτύπησαν το Πατρατζίκι συγχρόνως έγραψα αμέσως και έστειλα τον υπασπιστήν μου , παρακινών αυτούς να αρχίσωσι την προσβολήν με όσους και άν έχωσι , δι'α να καταφοβηθή πανταχόθεν ο εχθρός και να διαιρεθή η δυναμίς του , αλλά όχι να την αφήσωσιν όλην να πέση κατά του ενός μέρους ,ενθυμίζων εις αυτούς και την έγγραφον και ενσφράγιστον συμφωνία των . Τέλος πάντων σήμερον επέστρεψεν ο υπασπιστής μου φέρων γράμμα των καπητάνων , διά του οποίου μου γράφουν , και αυτός ο υπασπιστής μου γενόμενος αυτόπτης μου λέγει ότι την Δευτέραν , μίαν ώραν πρίν ξημερώση , εκτύπησαν το Πατρατζίκι εξακόσιοι όντες διότι οι άλλοι δεν είχαν συναχθεί ακόμη , όθεν προήλθε και η αναβολή της μάχης . Εν τω μέσω της μάχης έφθασε και ο γενναίος Σαφάκας με διακοσίους επρόφθασε και ο υιός του Πανουργιά με το Σαλωνιτικόν στράτευμα ώστε οι ημέτεροι έκαιον και εφόνευον τούς εχθρούς. O Δράμαλης Πασσάς ολίγον έλειψε να πιασθή ζωντανός γυμνός έφυγεν από το κρεββάτι του και επέρασεν εις άλλην οικίαν . Όταν ο υπασπιστής μου ανεχώρησεν , η μάχη δεν είχε τελειώσει όλα όμως τα φαινόμενα έδειχναν παντελή καταστροφήν των εχθρών , και ελπίζομεν ότι και αυτός ο πασσάς δεν θέλει εκφύγει από τας χείρας των Ελλήνων .Aν ακούσια αίτια δεν εμπόδιζαν την πανταχόθεν σύγχρονον προσβολήν ,πιθανόν ότι το Ζητούν ήθελεν είσθαι τώρα είς τας χείρας μας , μ΄΄ολον τούτο άς δοξάσουμε τον Θεόν , ότι πάλιν ενίκησαν λαμπρώς οι ημέτεροι . Οι προειρημένοι καπητάνοι , Μήτσος Κοντογιάννης και Καλτσοδήμος γράφουν πρός τον Πανουριάν βεβαιώνοντες , ότι συγχρόνως εσηκώθησαν και ο Όλυμπος και τα Άγραφα και το Μέτσοβον , ώστε με την ανάστασην του Σωτήρος ημών ανέστησαν και οι Έλληνες , πανταχόθεν εναντίον των τυράννων της Ελλάδος. Προεστάλθη γράμμα εις τούς Αγραφιώτας , όσοι ήσαν ήδη σηκωμένοι ,παρακινητικόν να πιάσωσι την Φούρκαν . Αν επιάσθη όμως οι εχθροί και του Ζητουνίου και του Πατρατζικίου , οι οποίοι λέγονται ότι είναι έως πέντε χιλιάδες , θέλουν χαθή , οι μέν θανατωθέντες οι δε αιχμαλωτιθέντες. Συνχάρητε ,αδελφοί διά τα μέχρι τούδε κοινωφελή αποτελέσματα της πρώτης ίσως γενομένης ταύτης συστηματικής εκστρατείας και εύχεσθε λαμπρότερα και κοινωφελέστερα τα ακόλουθα. Πολλάκις έγραψα πρός υμάς , αλλά δεν ηξεύρω πόθεν η υμετέρα αδελφότης δέν έγραψε πρός εμέ ούτε περί των αυτόθι πολεμικών κατορθωμάτων , ούτε περί αλλου τινός πράγματος αξιολόγου . Τάχα είναι αι πολλαί ασχολίαι ή δεν συνχωρείται εις την Βουλήν να γράφη πρός τον Πρόεδρον, ή σφάλλει ο πρόεδρος γράφων πρός την Βουλήν . Καί αύθις προβάλλω ότι είναι ανάγκη να προφθάση τάχιστα το Μιστριωτικόν στράτευμα, ή πρόνοια της ασφάλειας το απιτεί , διότι δεν ειξεύρομεν τα ενδεχόμενα του πολέμου . Γράφω πρός τον υπουργόν του πολέμου να μας στείλει ένα ιντσενιέρην τον κύριον Γραιλλάρδον ή άλλον τινά άξιον , και ένα καλόν αρχικανονιέρην οι οποίοι πρέπει να μισθωθώσιν επ΄αυτού .
Εκ Δαδίου την 6 Απριλίου 1822
Ασπαζόμενος υμάς αδελφικώς μένω
Ο Πατριώτης Δ. Υψηλάντης Πρόεδρος »
5) Η ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΠΛΑΤΑΝΟΥ:
Τον Σεπτέμβριο του 1823, οι Αρβανίτες του Σκόντρα Πασά μετά τη μάχη της Καλιακούδας και το θάνατο του Μάρκου Μπότσαρη, κατέβηκαν προς τα Γκράβαρα. O Σκόνδρας, πέρασε από το Νιοχώρι και τον Άγιο Δημήτριο, τα βρήκε άδεια από κατοίκους, τα έκαψε και τα ερήμωσε απ’ το θυμό του, προχώρησε νοτιότερα και χώρισε το φουσάτο του σε δύο ασκέρια.Το ένα απ’ τον Άγιο Δημήτριο και ακολουθώντας την δυτική πλευρά του Φίδαρη με οδηγό τον Καραγιάννη ή Καλαθά απ’τον Άγιο Δημήτρη, έφτασε και στρατοπέδευσε στην Πίνα και γύρω απ’ το Σφακοβούνι περιμένοντας και το άλλο.Το υπόλοιπο ασκέρι ακολούθησε παράλληλη πορεία και την ίδια ημέρα έφτασε στον Πλάτανο. Λίγο πιο έξω τους περίμεναν οι ‘Ελληνες, και με αρχηγούς τον Σαφάκα, Φαρμάκη και Μακρυγιάννη έδωσαν μάχη σκληρή όπου σκοτώθηκαν δέκα Τούρκοι και πολλοί τραυματίστηκαν, από τους ‘Ελληνες δεν έπαθε κανείς τίποτα. Διακρίθηκανγια την ανδρεία τους ο Δ.Μάστορας από τη Βοϊτσά- Ελατόβρυση Γ.Πρέντζας, Κ.Σαλούρος από το Τρίκορφο. Μετά την μάχη του Πλατάνου, ο Σαφάκας και Φαρμάκης διατάχθηκαν να μεταβούν τάχιστα στη Ναύπακτο, την δε παρενόχληση του τουρκικού ασκεριού ανέλαβαν οι ντόπιοι οπλαρχηγοί Μακρυγιάννης, Πιλάλας, Εύδης.
6) Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΑΜΠΛΙΑΝΗΣ:
Η Άμπλιανη είναι τοποθεσία ανάμεσα στην Άμφισσα και στη Γραβιά, στην Παρνασσίδα. Έγινε ονομαστή γιατί στις 14 Ιουλίου 1824, οι οπλαρχηγοί της Ρούμελης Πανουργιάς, Σκαλτσοδήμος, Περραιβός, Σαφάκας, ο Σουλιώτης Θράκος κ.ά., με αρχηγό τον Κίτσο Τζαβέλα, πολέμησαν τους Τούρκους, που είχαν για αρχηγό τον Ντερβίς πασά. Οι Έλληνες ήταν 3.000 και οι Τούρκοι 10.000. Ακόμη είχαν και δυο κανόνια. Η μάχη κράτησε όλη μέρα ως τις 6 το απόγευμα. Τότε φτάνουν άλλοι 300 Έλληνες με το Χαλμούκη από την Άμφισσα και οι Τουρκαλβανοί υποχωρούν, αφήνοντας στο πεδίο της μάχης 500 νεκρούς και πολλά λάφυρα. Απ' τους Έλληνες σκοτώθηκαν 37. Αποτέλεσμα της νίκης αυτής ήταν να εδραιωθεί για πολύ καιρό η λευτεριά στην Ανατολική Στερεά. Το τέλος του Ντερβίς πασά ήταν τραγικό. Ο σουλτάνος διάταξε την αποκεφάλισή του.
7) Το Καρπενήσι, απελευθερώνεται στις 7 Ιουλίου του 1821, αλλά με μια εικόνα απογοητευτική. Το μεγαλύτερο μέρος της πόλης κάηκε, μαζί του και ο Ναός της Αγίας Τριάδας. Ας σημειωθεί, ότι, με την απελευθέρωση του Καρπενησίου, απελευθερώθηκε και η περιοχή των Αγράφων. Δεν πρόλαβε, καλά – καλά, το Καρπενήσι να ανασάνει και στις αρχές Ιανουαρίου του 1822 εισβάλουν σ’ αυτό, χωρίς να βρουν αντιστάσεις, 1800 τουρκαλβανοί. Η εισβολή τους, ήταν αποτέλεσμα κακής συνεννόησης των καπεταναίων που άφησαν ελεύθερες τις διόδους προς τη πόλη. Μέσα σε λίγες, όμως, μέρες φτάνει ο καπετάνιος του Κράβαρη Ανδρίτσος Σαφάκας και τους καταδίωξε (ο καπετάνιος Ανδρίτσος Σαφάκας με το ασκέρι του "ηνδραγάθησε κατά των εχθρών καταδιώξας αυτούς από Καρπενήσι έως Μαυρίλου", όπως αναφέρει γραπτή μαρτυρία της εποχής). Για αυτή του την ενέργεια, ο Υπουργός Πολέμου της προσωρινής διοίκησης της Ελλάδας, του στέλνει επαινετική επιστολή και του απονέμει το βαθμό του Χιλιάρχου (Βραχώρι, 22 Φεβρουαρίου 1822).