Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΕΝΕΤΙΚΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΕΝΕΤΙΚΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

18η Απριλίου 1829: Η απελευθέρωση της Ναυπάκτου.

Με τον ερχομό του Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια στην πρωτεύουσα του νέου ελληνικού κράτους, στις 6 Ιανουαρίου 1828, οι Προστάτιδες Δυνάμεις είχαν προαποφασίσει ως έκτασή του την Πελοπόννησο και τις Κυκλάδες, με το Πρωτόκολλο της 16ης Νοεμβρίου 1828. Ήταν μια λύση που συμβίβαζε τα αντιτιθέμενα συμφέροντα, ιδιαίτερα της Γαλλίας και της Αγγλίας, στο χώρο της Μεσογείου. Εις μάτην ο Κυβερνήτης, πριν φθάση στην Ελλάδα, αξίωνε με το υπόμνημά του, της 3ης Οκτωβρίου 1827, τα ιστορικά δίκαια των Ελλήνων γράφοντας:
“Τα όρια της Ελλάδος από τεσσάρων μεν αιώνων διεγράφησαν υπό δικαιωμάτων, τα οποία ούτε χρόνος, ούτε αι πολύμορφοι συμφοραί, ούτε η δορυκτησία ουδέποτε ίσχυσαν να παραγράψωσιν, διεγράφησαν δε από του 1821 δια του αίματος του χυθέντος εις τας σφαγάς των Κυδωνίων, της Κύπρου, της Χίου, της Κρήτης, των Ψαρών, του Μεσολογγίου και τας πολυαρίθμους ναυμαχίας τε και πεζομαχίας, εν αίς εδοξάσθη το γενναίον τούτο Έθνος....”. Νωρίτερα, 31 Αυγούστου 1827, είχε υποβάλει λαμπρό υπόμνημα “πρός τα Ανακτοβούλια Αγγλίας, Γαλλίας, Ρωσίας”, εκθέτοντας τη δεινή θέση των Ελλήνων, διατυπώνοντας επιγραμματικά την κατάσταση της ερειπωμένης χώρας, αλλά και το φρόνημα των Ελλήνων επαναστατών. Προσωπικότητα διαμορφωμένη με την αρχαία ελληνική γραμματεία, με διεθνές κύρος και εξαιρετικές ικανότητες στο διπλωματικό πεδίο. Ως αρχή στις ενέργειές του είχε το “διά βαθμόν προχωρείν”, αποφεύγοντας να παρουσιάζη από την αρχή πλήρως τις απόψεις του εμφανίζοντας μέρος μόνον από τις ελληνικές διεκδικήσεις, όσο έκρινε ότι επέτρεπαν οι γενικές συνθήκες και προχωρούσε τολμηρότερα, εφόσον η θέση της χώρας και οι γενικές συνθήκες παρουσιάζονταν βελτιωμένες.
Στα πλαίσια αυτά, από την αρχή, απέβλεπε στην ανακατάληψη της Στερεάς Ελλάδας και κατ' επέκταση της Ναυπάκτου, γιατί γνώριζε ότι κατά τη διευθέτησή του ελληνικού ζητήματος η Πελοπόννησος ήταν εξασφαλισμένη, ενώ υπήρχε ενδεχόμενο αντίδρασης για την Στερεά Ελλάδα. Έπρεπε, λοιπόν, να καταρριφθή το ταχύτερο το απόρθητο φρούριο, μοναδικό στην Ευρώπη με πέντε διαζώματα, για να υπάρξη τετελεσμένο γεγονός στρατιωτικής κατοχής κατά το χρόνο των διπλωματικών συζητήσεων. Συνάμα δε να προφυλαχθούν, και στα πλαίσια πάντα της πολεμικής του πολιτικής, οι καλές σχέσεις με τις τρεις δυνάμεις, που θα έκριναν την τύχη του Έθνους μας. Η Ναύπακτος με την οχύρωσή της αποτελούσε στρατηγικό κόμβο μεγάλης σημασίας, λόγος για τον οποίο η κατοχή της ενίσχυε, και από την άποψη αυτή, τα επιχειρήματα για την διερεύνηση των ορίων του νέου κράτους.
Γνωρίζοντας ο Κυβερνήτης και τη διάσταση των απόψεων μεταξύ των Αγγλων και των Γάλλων αποφάσισε την γρήγορη εξέλιξη των γεγονότων. Μάλιστα στα πλαίσια των πολιτικών διεργασιών στις 23 Ιανουαρίου 1829, διορίζει “Πληρεξούσιο Τοποτηρητή” στη Στερεά Ελλάδα με το υπ' αριθμόν 8905 διάταγμα τον αδερφό του Αυγουστίνο Καποδίστρια. Πράξη καθαρά πολιτική, δεδομένης της άγνοιας του Αυγουστίνου περί τα στρατιωτικά. Ενώ ταυτόχρονα στο διπλωματικό πεδίο συνεχίζονται οι ενέργειές του για την εξουδετέρωση των δυσμενών σημείων του Πρωτοκόλλου του Νοεμβρίου 1828.
Στις 25 Φεβρουαρίου 1829, ο πληρεξούσιος τοποτηρητής του Κυβερνήτη στη Στερεά Ελλάδα Αυγουστίνος Καποδίστριας διέταξε τον αποκλεισμό των φρουρίων της Ναυπάκτου, του Αντιρρίου και του Μεσολογγίου, που κατείχαν ακόμη οι τούρκοι, για να είναι, εν όψη της Διάσκεψης των προστατών ελεύθερη η Στερεά Ελλάδα. Το πρωί της 12 Μαρτίου 1829 πλησίασαν το Αντίρριο η φρεγάτα «Ελλάς», στην οποία επέβαινε ο Τοποτηρητής, και μερικά άλλα πλοία, απο δε την ξηρά η χιλιαρχία του Κίτσου Τζαβέλλα και το ιππικό του Χατζηχρήστου. Μετά σφοδρό κανονιοβολισμό, παραδόθηκε την επομένη το φρούριο.
Η πτώση του Αντιρρίου και η ακριβής τήρηση των όρων του πρακτικού της παράδοσης ενθάρρυνε την παράδοση της Ναυπάκτου, που πραγματοποιήθηκε μετά στενή πολιορκία και ανηλεή βομβαρδισμό του φρουρίου της. Η τουρκική φρουρά της πόλης μας, αποτελούμενη από πέντε χιλιάδες στρατιώτες υπό τον εμπειροπόλεμο Κιόρ Ιμβραήμ Πασά, φάνηκε προς στιγμή, ότι θα προβάλλει σθεναρή αντίσταση.
Γι αυτό τα ελληνικά σώματα, υπό τον Νικολό Τζαβέλλα, το Φαρμάκη και το Μαστραπά περιέζωσαν το φρούριο, το δε ιππικό υπό τον Χατζηχρήστο κατεδίωξε τους εκτός των τειχών της πόλης τούρκους στρατιώτες, για να κλειστούν τελικά και αυτοί στο κάστρο, ενώ το πολεμικό «Ελλάς» με πλοίαρχο τον Ανδρέα Μιαούλη και τα άλλα μικρότερα πλοία, κανονιοβολώντας το φρούριο, απέκοπταν κάθε επικοινωνία της πόλης.
Ο Κασομούλης, στα Στρατιωτικά του Ενθυμήτατα, περιγράφει ως εξής την πολιορκία: Η πρώτη χιλιαρχία του Κίτσου Τζαβέλλα και τα σώματα του Φαρμάκη και του Μαστραπά κατέλαβαν τη δεξιά πλευρά προς το κάστρο, από το Κεφαλόβρυσο, μέχρι το Ιτς Καλέ, την κορυφή δηλαδή του κάστρου. Ο Χατζηχρήστος με το ιππικό του και το σώμα του Βέρη αναπτύχθηκαν στην αριστερή πλευρά, από τη θάλασσα και μέχρι την κορυφή του, ενώ το πυροβολικό κατέλαβε τον πάνω από το κάστρο λόφο, που λεγόταν «του Βρανά η Ράχη», σήμερα λεγομένη Βαρναράχη, αναγκάστηκαν ν' αποσυρθούν και ο στρατηγικός για την πολιορκία αυτός λόφος περιήλθε στους έλληνες.
Οι Έλληνες, κατανοώντας, ότι δεν ήταν δυνατή η από τα βόρεια εισβολή, επιχείρησαν να κατασκευάσουν υπόνομο, για να γκρεμίσουν το τείχος στο κυριώτερο μέρος του, χωρίς όμως αποτέλεσμα.
Κατά τις ημέρες αυτές της πολιορκίας έφθασε πρό της Ναυπάκτου, εκτιμώντας την ευρύτερη σημασία των πολεμικών αυτών επιχειρήσεων για τον καθορισμό των ορίων του νέου κράτους, ο Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας, επιβαίνοντας στο ατμοκίνητο πολεμικό «Ερμής».
Ο Βεζύρης —Φρούραρχος της Ναυπάκτου Κιόρ Ιμ-βραήμ Πασάς— αντιλαμβανόμενος ότι πλέον έχει φθάσει το τέλος, έστειλε στον Κυβερνήτη τον Αχμέτμπεη, ζητώντας δεκαήμερη ανακωχή, για να κερδίσει χρόνο. Ο Καποδίστριας, εκμεταλευόμενος την ευκαιρία, διερμήνευσε στον Κιόρ Ιμβραήμ Πασά, ότι υπάρχουν ελπίδες αποχώρησης των τουρκικών στρατευμάτων με ασφάλεια.
Στις 11 Απριλίου υπογράφτηκε η ανακωχή και ο Κυβερνήτης, αφού την επικύρωσε, αναχώρησε για τη Βοστίτσα, το σημερινό Αίγιο.
Μετά πολιορκία μερικών ακόμη ημερών, απελπισμένος ο Πασάς για τη σκοπιμότητα της συνέχισης της άμυνας, διεμήνυσε στον Τοποτηρητή Καποδίστρια, ότι, αν υπάρξουν εγγυήσεις για την εξασφάλιση της φρουράς και των επιθυμούντων να εγκαταλείψουν την πόλη, είναι πρόθυμος να παραδώσει το φρούριο. Υπογράφτηκε το συμφωνητικό της παράδοσης, κατά το οποίο μάλιστα οι τουρκικές οικογένειες θα μεταφερθούν με πλοία στην Πρέβεζα, με δαπάνη της ελληνικής κυβέρνησης, οι στρατιώτες θ' αναχωρήσουν διά ξηράς, οι δε ελληνικές δυνάμεις δεν θέλουν έμβει, ούτε πλησιάσει στο φρούριο, εάν προηγουμένως δεν εξέλθουν όλοι οι τούρκοι.Η καθυστέρηση, λόγω της προεργασίας για τη μεταφορά των τουρκικών οικογενειών με πλοία και την έξοδο των τουρκικών στρατιωτικών δυνάμεων, ανάγκασε τον Καποδίστρια να αξιώσει την επίσπευση της παράδοσης της πόλης, ενόψη των διαβουλεύσεων για τον καθορισμό της έκτασης, και των ορίων του νεοελληνικού κράτους, η οποία πραγματοποιήθηκε την 18η Απριλίου με την έπαρση της ελληνικής σημαίας στην κορυφή του κάστρου της ελεύθερης πια πόλης .

Την επομένη επισκέφτηκε την Ναύπακτο ο κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας, επιβαίνοντας στη φρεγάτα «Ελλάς» για να χαρεί «επί τόπου δια των ιδίων οφθαλμών την νίκην εκείνην των ελληνικών όπλων», όπως γράφει ο ακαδημαϊκός Διονύσιος Κόκκινος στην ιστορία του για την ελληνική επανάσταση. Τόση ήταν η σημασία της πολιορκίας και της άλωσης της Ναυπάκτου για την επέκταση των ορίων του νέου ελληνικού κράτους, από τον Ισθμό της Κορίνθου στη γραμμή Άρτα - Βόλος, ώστε η Κυβέρνηση εκφράζοντας τη χαρά και την ικανοποίηση των Πανελλήνων, διένειμε δώρα στο στρατό, για την επιτυχία του αυτή: στους στρατιώτες της ξηράς 45.000 γρόσια, στους ναύτες του στόλου 15.000 και στους τακτικούς και το πυροβολικό 4.000 γρόσια, καίτοι η οικονομική κατάσταση της χώρας μας, όπως είναι γνωστό, τελούσε υπό δεινή δοκιμασία.
Η απελευθέρωση της Ναυπάκτου από τον Οθωμανικό ζυγό υπήρξε ιστορικό γεγονός για την εξέλιξη του απελευθερωτικού αγώνα 1828-1829, όχι μόνο για την στρατηγική της θέση στη Ρούμελη, αλλά και γιατί προπαρασκεύασε την παράδοση των φρουρών του Μεσολογγίου και του Αιτωλικού, την απελευθέρωση της Στερεάς Ελλάδας. Στη σημασία του γεγονότος αυτού αναφερόμενος ο πολύς Σπυρίδων Τρικούπης έγραψε:
“Η άλωσις της Ναυπάκτου στερέωσε τον αγώνα κατά την Στερεάν Ελλάδα και απήλπισεν όλους στην δυτικήν Ελλάδα Τούρκους, οίτινες εγκαταλιπόντες όσας κατείχον εν αυτή θέσεις, εκτός των εν Μεσολογγίω και Αιτωλικώ, ανεχώρησαν εις Πρέβεζαν”, ενώ, “η ελευθέρωσις της Ναυπάκτου προετοίμασεν την του Μεσολογγίου”…

Βομβοκού.

Βομβοκού

ΘΕΣΗ:
Το χωριό είναι κτισμένο αμφιθεατρικά σ’ ένα λόφο στη νότια πλαγιά του βουνού Ριγάνι, που είναι απόληξη της οροσειράς της Πίνδου σε απόσταση 10 χιλιομέτρων από τη Ναύπακτο και σε υψόμετρο 600 μέτρων. Έχει υπέροχη θέα τον Πατραϊκό και Κορινθιακό κόλπο, καθώς και τα βουνά της Αχαΐας και της Κορινθίας και διαθέτει ξηρό και υγιεινότατο κλίμα. Στη Βομβοκού ανήκουν και οι συνοικισμοί Λεύκα και Σκανδαλόλακα. Η Λεύκα βρίσκεται στη δυτική παρειά του ορεινού όγκου που καταλήγει στη Ναύπακτο, πάνω από το κάστρο της Ναυπάκτου. Η Σκανδαλόλακα βρίσκεται στην ανατολική πλαγιά του ορεινού όγκου που καταλήγει στη Ναύπακτο, πάνω από το χείμαρρο Σκα και απέναντι από το χωριό Σκάλα.
ΟΝΟΜΑΣΙΑ:
Το όνομα Βομβοκού, σύμφωνα με μαρτυρία των γεροντότερων, προήλθε από το γεγονός ότι στην περιοχή της παλαιότερα καλλιεργούνταν βαμβάκι. Μάλιστα κατά την εποχή της τουρκοκρατίας η παραγωγή βαμβακιού ήταν συστηματική και γινόταν και εξαγωγή του προϊόντος.
ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ:
Η Βομβοκού ήταν ο τόπος που συνήθως κατέφευγαν οι κάτοικοι της Ναυπάκτου κάθε φορά που κάποιος επιδρομέας κυρίευε την πόλη. Η παράδοση αναφέρει ότι πολλοί Ναυπάκτιοι έκρυβαν τους θησαυρούς τους σε μια σπηλιά που βρίσκεται στην περιοχή και ονομάστηκε Χρυσοσπηλιά. Την παράδοση επιβεβαιώνουν οι πληροφορίες παλαιότερων που μας πληροφορούν ότι κατά καιρούς έχουν βρεθεί στη σπηλιά αυτή νομίσματα και άλλα ενδιαφέροντα αντικείμενα. Λέγεται ότι το κάστρο της Ναυπάκτου κτίστηκε με πέτρες που μεταφέρθηκαν από την περιοχή της Βομβοκούς και συγκεκριμένα από την τοποθεσία Μάρμαρα. Συνοικισμός της Βομβοκούς είναι η Λεύκα, που βρίσκεται βορειοδυτικά του τελευταίου διαζώματος του κάστρου της Ναυπάκτου. Οι υπερασπιστές του φρουρίου κατά τους θερινούς μήνες που το νερό λιγόστευε στις πηγές μέσα στο κάστρο, προμηθεύονταν νερό από τη βρύση που βρίσκεται δίπλα από τον Άγιο Κωνσταντίνο της Λεύκας. Δυτικά της Βομβοκούς, πάνω από τη θέση «Ανάθεμα» στην κορυφογραμμή της απόληξης του Ριγανίου το 1942-3 οι Γερμανοί κατασκεύασαν δύο κτίρια στρατιωτικά (Στατσιόνα). Στο ένα υπήρχε σταθμός επικοινωνιών που διευκόλυνε τις επικοινωνίες των Γερμανών και στο άλλο κτίριο ήταν εγκαταστημένη η φρουρά του σταθμού εφοδιασμένη με βαρύ οπλισμό. Τα κτίρια αυτά κτίστηκαν με υποχρεωτική εργασία των κατοίκων της Ναυπάκτου και των γύρω χωριών, που προσέφεραν τις εργασίες τους με εκβιασμό από τους Γερμανούς. Κατά την αποχώρησή τους οι Γερμανού ανατίναξαν όλο το στρατιωτικό αυτό συγκρότημα. Σήμερα σώζονται κάποια ερείπια του κτίσματος. Οι παλαιότερες οικογένειες της Βομβοκούς είναι οι Τσαρουχαίοι, οι Κυριαζαίοι, οι Τρομπουκαίοι, οι Φαλτσεταίοι, οι Λαγαραίοι, οι Κορκονζελαίοι, οι Κουγαίοι κ. ά. Οι σημερινοί κάτοικοι διακρίνονται για την φιλοπρόοδο, την ευγένεια, τη φιλοξενία και την καλοσύνη τους. Ασχολούνται με την καλλιέργεια της ελιάς και παράγουν ελαιόλαδο πολύ καλής ποιότητας και με την κτηνοτροφία.

ΦΥΣΙΚΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ:
Η λοφώδης και η υποορεινή περιοχή καλύπτεται από χαμηλή βλάστηση από πουρνάρι που μπερδεύεται με αγριελιά, σπάρτο, σφαλάχτι, σχίνο, φιλίκι, ρείκι, μυρτιά, γκορτσιά, κουτσουπιά, κοκορεβιθιά κ.α.Η πανίδα είναι σχετικά περιορισμένη. Δεν υπάρχουν ιδιαίτερα σπάνια ενδημικά είδη. Αρκετά είναι τα ενδημικά και αποδημητικά μικρά πουλιά. Δεν υπάρχουν μεγάλα αρπακτικά πουλιά, παρά μόνο το ξεφτέρι και η γερακίνα. Από τα θηλαστικά υπάρχει η αλεπού, το τσακάλι, το αγριογούρουνο και το ζαρκάδι στα ψηλότερα. Από την κατηγορία των μικρόσωμων ειδών στην περιοχή υπάρχουν λαγοί, κουνάβια, νυφίτσες, ασβοί, σκίουροι, σκαντζόχοιροι και τρωκτικά. Από την κατηγορία των ερπετών υπάρχουν οι σαύρες, η οχιά, η δενδρογαλιά, η σαϊτούρα, ο τυφλίτης κ.α. Τα τελευταία χρόνια με το εντατικό κυνήγι και τη λαθροθηρία ο πληθυσμός τόσο των πουλιών όσο και τα θηλαστικών έχουν μειωθεί σημαντικά. Δεν υπάρχει στην ευρύτερη περιοχή καταφύγιο θηραμάτων με αποτέλεσμα κάποια είδη πουλιών να έχουν εξαφανιστεί. Τα παλαιότερα χρόνια για παράδειγμα, οι πλαγιές του Ριγανίου ήταν γεμάτες πέρδικες. Σήμερα είναι αμφίβολο αν επιβιώνουν ένα ή δύο κοπάδια. Στα ανατολικά όρια του χωριού υπάρχει ο ορμητικός χείμαρρος «Σκας».
ΑΞΙΟΘΕΑΤΑ:
Στην ανατολική πλαγιά του όρους Ριγάνι και κοντά στο χωριό Βομβοκού της βρίσκεται το Μοναστήρι τ’ Αϊ-Γιαννιού του Προδρόμου, με το οποίο οι κάτοικοι της Βομβοκούς, αλλά και της Ναυπάκτου, έχουν μακροχρόνιους και ακατάλυτους δεσμούς. Οι πρώτες ιστορικές αναφορές για το μοναστήρι αυτό αρχίζουν από το 17ο αιώνα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ταυτίζονται χρονικά με την ίδρυση του μοναστηρίου. Στα χρόνια της τουρκοκρατίας ο Σουλτάνος Μαχμούτ Α’ εξέδωσε στα 1733 φιρμάνι, με το οποίο τα μοναστήρια του Αϊ-Γιάννη του Προδρόμου και της Βαρνάκοβας αναγνωρίζονταν ως νομικά πρόσωπα, όπως και τα τζαμιά, και τα κτήματά τους κηρύσσονταν βακούφικα, ώστε να μη χρειάζονται εφεξής η ανανέωση των τίτλων κυριότητας στο όνομα του ηγουμένου, ο οποίος τα νεμόταν ως εντολοδόχος του μοναστηρίου. Για το ρόλο του μοναστηρίου στα χρόνια τής Επανάστασης του 1821,υπάρχουν μαρτυρίες ότι το μοναστήρι ωφέλησε με διάφορα βοηθήματα την επαρχία. Κυρίως, αναδείχθηκε καταφύγιο των απόρων και στήριγμα της στρατιωτικής δύναμης που ενεργούσε αποκλεισμό του Φρουρίου της Ναυπάκτου. Ο Pouqueville αναφέρει ότι το 1817 υπήρχαν στο μοναστήρι έξι μοναχοί.
ΠΛΗΘΥΣΜΟΣ:
Σύμφωνα με την τελευταία απογραφή του 2001, το δημοτικό διαμέρισμα της Βομβοκούς έχει 320 κατοίκους.

Σκάλα.

Σκάλα

ΘΕΣΗ:
Η Σκάλα βρίσκεται σε μια καταπράσινη πλαγιά, κατάφυτη από οπωροφόρα και αειθαλή δένδρα, σε υψόμετρο 300 μ. βορειοανατολικά της Ναυπάκτου, με την οποία συνδέεται με ασφαλτοστρωμένο δρόμο μήκους τεσσεράμισι μόλις χιλιομέτρων.
ΟΝΟΜΑΣΙΑ:
Το όνομα του χωριού πιθανόν να προήλθε από αγκυροβόλιο, αποβάθρα λιμανιού. Το ενδεχόμενο αυτό επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι στους πρόποδες του σκαλιώτικου βουνού βρέθηκαν κρίκοι σαν αυτούς που χρησιμοποιούνται για την πρόσδεση πλοίων. Η διαμόρφωση της περιοχής θα μπορούσε να δικαιολογήσει την εκδοχή αυτή, τη μορφολογία του εδάφους του, δηλαδή δυσπρόσιτος δρόμος σε απότομη πλαγιά που γίνεται με σκάλα.
ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ:
Σύμφωνα και με την αρχαιολογική έρευνα η περιοχή της Σκάλας, ήταν κατοικημένη από τα προχριστιανικά χρόνια. Βόρεια του τοπικού διαμερίσματος Σκάλας, υπάρχουν ερείπια από ένα ακόμη Ασκληπιείο «το Ασκληπιείο εν Κρουνοίς» ενώ βορειοανατολικά του διαμερίσματος, στη θέση που σήμερα λέγεται «Λογγά» και στις θέσεις «Μάρμαρα» και «Μνήματα» υπάρχουν αρχαία μνημεία, πιθανά απομεινάρια της αρχαίας πόλης Βουττός. Στο σημείο αυτό βρέθηκε επιγραφή που χρονολογείται από το 165-135 π.Χ., όπου αναφέρονται ονόματα κατοίκων του Βουττού. Στα βορειοανατολικά του σημερινού χωριού σώζονται ίχνη ναού και υπάρχει η παράδοση ότι εκεί βρισκόταν το μοναστήρι του Τιμίου Προδρόμου, το οποίο αργότερα μεταφέρθηκε στη θέση που βρίσκεται σήμερα, στη Βομβοκού. Τα τοπωνύμια πέρα Μετόχι και δώθε Μετόχι, νοτιοανατολικά του χωριού, μαρτυρούν ότι στην περιοχή υπήρχαν μοναστηριακά κτήματα ή και κτίσματα που ανήκαν σε κάποιο μοναστηριακό συγκρότημα, είτε του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου είτε της νεώτερης Παναγίας Φιλοθέου που βρισκόταν στο χωριό Νιόκαστρο.
Στη θέση Γουλιάφια υπάρχουν ερείπια ναού του Αγίου Δημητρίου, ενώ στην Παλιόσκαλα υπάρχουν τα ερείπια της εκκλησίας του Αγίου Δημητρίου στη θέση Λιανή Βρύση. Επίσης στην κορυφή του βουνού Αϊ-Λιας στην Παλιόσκαλα υπήρχε εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία. Επί τουρκοκρατίας, δέκα χιλιόμετρα από τη σημερινή θέση του χωριού, στην Παλιόσκαλα, είχαν δημιουργηθεί θύλακες αντίστασης κατά του κατακτητή.
ΠΛΗΘΥΣΜΟΣ:
Σύμφωνα με την τελευταία απογραφή του 2001, η Σκάλα έχει 536 κατοίκους, συνεχίζοντας τη αυξητική τάση των τελευταίων δεκαετιών. Στο χωριό λειτουργεί διθέσιο δημοτικό σχολείο και νηπιαγωγείο. Οι περισσότεροι κάτοικοι της Σκάλας εργάζονται στη Ναύπακτο, ενώ υπάρχει και ένα μικρό ποσοστό κατοίκων του χωριού που ασχολούνται με την κτηνοτροφία.

ΑΞΙΟΘΕΑΤΑ:
Στην ανατολική πλευρά του χωριού Σκάλα, στο λόφο της Αγίας Τριάδας, 4,5 χιλιόμετρα από τη Ναύπακτο, βρίσκεται η σύγχρονη μοναστική κοινότητα της Μεταμόρφωσης του Σωτήρα. Το μοναστήρι άρχισε να κτίζεται το 1977 με έσοδα κυρίως από συνδρομές Ναυπακτίων του εσωτερικού και του εξωτερικού. Το μοναστηριακό συγκρότημα σήμερα αποτελείται από το ναό της Μεταμόρφωσης του Σωτήρα, τους κοινούς χώρους, τα κελιά των μοναχών, τον ξενώνα της Μονής, εντυπωσιακό νεοαναγειρόμενο ναό, καθώς και ειδική αίθουσα κατάλληλα εξοπλισμένη για να υποστηρίζει την οργάνωση επιστημονικών συνεδρίων, διαλέξεων και συναφών εκδηλώσεων πολιτιστικού περιεχομένου. Χαρακτηριστικό του μοναστηριού, που το κάνει να ξεχωρίζει, είναι ότι εφαρμόζει επιτεύγματα των νέων τεχνολογιών.
Η ΖΩΗ ΣΗΜΕΡΑ:
Το σημαντικότερο πλεονέκτημα της ευρύτερης περιοχής της Σκάλας είναι το γεγονός ότι βρίσκεται πάνω σε μια καταπράσινη πλαγιά, σε υψόμετρο 300 μέτρων, με απεριόριστη θέα στον Κορινθιακό κόλπο, η οποία απέχει μόλις δέκα λεπτά από την πόλη της Ναυπάκτου. Πολύ κοντά της βρίσκονται ανεξερεύνητες παρθένες τοποθεσίες με πλούσιο φυσικό κάλλος και αρχαιολογικούς χώρους, που μετατρέπουν τη Σκάλα σε ιδανικό ορμητήριο για εξερευνήσεις. Πρόκειται για περιποιημένο, καλαίσθητο και καθαρό χωριό που θα συνεχίσει να μετατρέπεται σε πλούσιο προάστιο της Ναυπάκτου. Χαρακτηριστικό είναι ότι, αν και διαθέτει όλες τις προϋποθέσεις, δεν υπάρχει κάποιος ξενώνας και εστιατόρια που θα μπορούσαν να εξυπηρετούν τους επισκέπτες του μοναστηριού της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος. Στο δημοτικό διαμέρισμα Σκάλας τη Δευτέρα του Πάσχα χορεύεται ο παραδοσιακός χορός «το Γαϊτανάκι», ένα από τα ελάχιστα έθιμα τοπικής προέλευσης που έχει τις ρίζες του στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Το έθιμο λάμβανε χώρα τη Δευτέρα του Πάσχα και παρευρίσκονται όλοι οι κάτοικοι του χωριού και πολλοί επισκέπτες. Χορεύεται από όλο το χωριό σε δύο επάλληλους κύκλους όπου οι χορευτές παίρνουν θέση με σειρά ηλικίας. Ο «οδηγός» ή τελετάρχης τραγουδάει την πρώτη στροφή του τραγουδιού, ξεκινάει και διευθύνει ολόκληρο το χορό. Το πλέξιμο γίνεται με τα χέρια σταυρωτά των χορευτών του εξωτερικού κύκλου με τα χέρια των χορευτών του εσωτερικού κύκλου. Το χορευτικό μοτίβο είναι αυτό του συρτού στα τρία για το αργό μέρος και του κανονικού συρτού για το γρήγορο μέρος του χορού. Το τραγούδι αποτελείται από δέκα στροφές οι οποίες τραγουδιούνται εναλλάξ από τις γυναίκες και τους άνδρες. Παραλλαγές του εθίμου αναφέρονται και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας με πιο κοντινές την Ανάληψη Θέρμου και το Νεοχώρι Πλατάνου. Στους επισκέπτες του χωριού προσφέρονται φαγητά και κρασί, ενώ δημοτικές ορχήστρες και χορευτικά συγκροτήματα κρατούν αμείωτο το κέφι.
ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΕΣ ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ:
1. Σκάλα - Παλιόσκαλα– Νεόκαστρο (διαδρομή σε αυτοκινητόδρομο).
2. Σκας – φαράγγι Σκα - Νεόκαστρο. Το μονοπάτι του χειμάρρου Σκα είναι αρχαίο μονοπάτι που ενώνει τους οικισμούς στα ορεινά της στενής κοιλάδας µε την Ναύπακτο. Το μονοπάτι ξεκινά βόρεια της συμβολής του χειμάρρου με την περιμετρική οδό της Ναυπάκτου. Αρχικά βρίσκεται κοντά στην κοίτη, έπειτα ανηφορίζει ψηλότερα για να την ξανασυναντήσει βορειότερα στη θέση µε τους καταρράκτες.

Μαμουλάδα.


Νιόκαστρο .

Μονή Βομβοκούς.

Το μοναστήρι του Τιμίου Προδρόμου Βομβοκούς, βρίσκεται δέκα περίπου χιλιόμετρα βορειοανατολικά της Ναυπάκτου, στην ανατολική πλευρά του βουνού Ριγάνι. Δεν είναι γνωστό πότε κτίσθηκε. Μια μαρμάρινη επιγραφή, χαραγμένη με καλλιτεχνικά βυζαντινά γράμματα, εντοιχισμένη επάνω από την δυτική είσοδο του Καθολικού, μας πληροφορεί ότι το μοναστήρι ανακαινίσθηκε το 1695 από τον ιερομόναχο Αρσένιο. Ολόκληρο το κείμενο της επιγραφής έχει ως εξής:
ΑΝΕΚΑΙΝΙΣΘΗ ΕΚ ΒΑΡΑΘΡΩΝ
Ο ΘΕΙΟΣ ΚΑΙ ΠΑΝΣΕΠΤΟΣ ΝΑΟΣ
ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ ΔΙΑ ΔΑΠ
ΑΝΗΣ ΤΟΥ ΟΣΙΩΤΑΤΟΥ ΕΝ ΙΕΡΟΜΟ
ΝΑΧΟΙΣ ΚΥΡ ΑΡΣΕΝΙΟΥ ΚΑΘΗΓΟΥΜΕΝ
ΟΥ ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ ΝΑΟΥ ΑΧΕ' ΑΠΡΙΛΛΙ(ΟΥ)
Επομένως, ο σημερινός ναός του μοναστηριού κτίσθηκε το 1695 στην θέση άλλου ναού που προϋπήρχε, προφανώς είτε επειδή ο παλιός ναός ήταν ετοιμόρροπος, είτε γιατί ήταν μικρός και δεν κάλυπτε τις ανάγκες του μοναστηριού. Πάντως η παράδοση λέγει ότι στα βυζαντινά χρόνια, το μοναστήρι ήταν κτισμένο πεντακόσια περίπου μέτρα βόρεια του χωριού Σκάλα. Καταστράφηκε όμως από τους Τούρκους και η εικόνα του Αγίου θαυματουργικά βρέθηκε στην απέναντι πλαγιά του Ριγανίου, στην σημερινή θέση του μοναστηριού.
Ιδιαίτερο αρχιτεκτονικό και ζωγραφικό ενδιαφέρον παρουσιάζει το Καθολικό του μοναστηριού. Κτίσθηκε με πελεκητή πέτρα και κονίαμα και ανήκει στον τύπο του σταυροειδούς τετρακιόνιου ναού με τρούλλο. Έχει δίρριχτη κεραμοσκέπαστη στέγη και στο δυτικό αέτωμα, υψώνεται μονόλοβο καμπαναριό. Ο δωδεκάπλευρος τρούλλος στηρίζεται σε τετράγωνη βάση και σε κάθε δεύτερη πλευρά του ανοίγεται μονόλοβο παράθυρο. Χαρακτηριστική επίσης είναι η κεντρική οδοντωτή ταινία που περιτρέχει εξωτερικά τον ναό και τον χωρίζει σε δύο ίσες ζώνες.
Ο ναός είναι κατάγραφος (νάρθηκας, κυρίως ναός, ιερό βήμα) με εξαιρετικής τέχνης τοιχογραφίες, οι οποίες κατά κανόνα σώζονται σε αρκετά καλή κατάσταση. Πρόκειται για ένα μελετημένο εικονογραφικό πρόγραμμα των αρχών του 18ου αιώνος. Τα θέματα χωρίζονται σε οριζόντιες ζώνες, με τα χριστολογικά επάνω, τα θεομητορικά στην μέση και τα αγιολογικά κάτω. Πολλή επιτυχία με ενδιαφέρον και πρωτοτυπία παρουσιάζουν δύο εικονογραφικοί κύκλοι του νάρθηκα, το συναξάρι του Προδρόμου και οι Αίνοι.
Το μοναστήρι της Βομβοκούς διαλύθηκε με το Διάταγμα του Όθωνα το 1833, με την αιτιολογία ότι είχε λιγότερους από έξι μοναχούς. Μετά την κατάργηση και μέχρι το 1850 έγιναν πολλές και επίμονες προσπάθειες για την επαναλειτουργία του μοναστηριού, τόσο από τους επιζώντες μοναχούς, όσο και από τους δημαρχιακούς παρέδρους της Ναυπάκτου και των χωριών του Δήμου Ναυπακτίδος. Το 1846 ο Δήμος Ναυπακτίδος προσκάλεσε από την Ζάκυνθο τον δραστήριο μοναχό Κωνστάντιο Κλαυδιανό, ο οποίος εγκαταστάθηκε στο μοναστήρι ως ηγούμενος μοναχικής αδελφότητος έξι μοναχών. Όλες όμως αυτές οι προσπάθειες δεν έφεραν αποτέλεσμα και το μοναστήρι καταργήθηκε οριστικά. Στην περίοδο του μεσοπολέμου πάντως (1923 - 1940) λειτουργούσε με την παρουσία ελαχίστων μοναχών. Το 1940 μετατράπηκε σε γυναικείο και 2-3 μοναχές κρατούν μέχρι σήμερα το μοναστήρι ανοικτό.
Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας το μοναστήρι του Αγ. Ιωάννου Βομβοκούς είχε μεγάλη περιουσία και πολλά μετόχια. Ασφαλώς διέθετε και πολλά αξιόλογα κειμήλια με πνευματικό και καλλιτεχνικό ενδιαφέρον. Τα κειμήλια αυτά, μετά την διάλυση του μοναστηριού (1833), παραδόθηκαν προς φύλαξη στον μητροπολιτικό ναό του Αγίου Δημητρίου Ναυπάκτου, στην μονή Αμπελακιωτίσσης και στην μονή Προυσού, όπως συμπεραίνεται από σχετικά έγγραφα της εποχής. Είναι άγνωστο αν και που διασώθηκαν μέχρι σήμερα.

Η ναυμαχία της Ναυπάκτου.

Μετά τη κατάληψη της Κύπρου από τον Σουλτάνο Σελήμ Β΄ τον Αύγουστο του 1570, μία σειρά στρατιωτικών επιτυχιών, κατέστησε τους Οθωμανούς κυρίαρχους στη λεκάνη της Μεσογείου. Ο κίνδυνος, πλέον, για την Ευρώπη γινόταν όλο και πιο ορατός. Οι Οθωμανοί δεν αποτελούσαν μόνον θρησκευτική, αλλά και εδαφική και εμπορική απειλή. Τα περισσότερα από τα κράτη της Δυτικής Ευρώπης ήταν μεγάλες εμπορικές δυνάμεις. Ως εκ τούτου, μία επέκταση των Οθωμανών στα δικά τους όρια, θα περιόριζε -αν δεν εξαφάνιζε κιόλας- το δικό τους εμπόριο. Επιπλέον, οι τουρκικές θηριωδίες εξαγρίωσαν όχι μόνον τους ηγέτες, αλλά και τους λαούς της Ευρώπης.
Υπό αυτές τις συνθήκες, και με πρωτοβουλία του Πάπα Πίου Ε', στίς 20 Μαΐου 1571 συγκροτήθηκε στρατιωτική συμμαχία μεταξύ χριστιανικών κρατών: ο Ιερός Συνασπισμός (Sacra Liga Antiturca). Στη συμμαχία αυτή συμμετείχαν η Ισπανία, η Βενετία, η Ρώμη, η Σαβοΐα, το τάγμα των Ιωαννιτών Ιπποτών, η Γένουα.
Η ανάθεση της αρχιστρατηγίας των Ευρωπαϊκών δυνάμεων, δόθηκε στόν Δόν Χουάν (Don Juan) τόν Αυστριακό, ο οποίος είχε ήδη δεχθεί ελληνικές αντιπροσωπείες, πού τόν καλούσαν νά αναλάβει επιχειρήσεις στήν κατεχόμενη ελληνική χερσόνησο. Πράγματι στίς 16 Σεπτεμβρίου 1571, ο ενωμένος χριστιανικός στόλος απέπλευσε από τή Μεσσήνη της Σικελίας. Ο βασιλιάς της Ισπανίας είχε προσφέρει 81 γαλέρες καί 30 φρεγάτες μέ 7000 Ισπανούς, 6000 Γερμανούς καί 5000 Ιταλούς στρατιώτες, η Βενετία συμμετείχε μέ 108 γαλέρες, 6 γαλεάσσες καί 5000 πεζούς, ο πάπας προσέφερε 12 γαλέρες πλήρως εξοπλισμένες, οι ιππότες της Μάλτας τέσσερις καί η Γένουα διέθεσε 11 γαλέρες μέ διοικητή τόν Τζιαναντρέα Ντόρια, ανηψιό του περίφημου Γενουάτη ναυάρχου. Στήν βενετική δύναμη περιλαμβάνονταν καί πλοία πού είχαν εξοπλίσει οι Ρωμηοί υπήκοοι της Γαληνοτάτης, κυρίως από τήν Κρήτη. Σημαντική συμβολή στόν εξοπλισμό των πλοίων καί στή χρηματοδότηση της αποστολής είχαν οι: Πέτρος Αυγουστίνης, Ιωάννης Δαπιράς, Ανδρέας Καλλέργης, Γεώργιος Καλλέργης, Δράκος Μακρής, Ανδρέας Στρατηγός, Γεώργιος Γαβράς, Αντώνιος Ευδαιμονογιάννης, Μανούσος Θεοτοκόπουλος (αδελφός του περίφημου ζωγράφου), Χριστόφορος Κοντοκάλης, Πέτρος Μπούας, Γεώργιος Κοκκίνης, Δημήτριος Κομούτος κ.ά. Ο τουρκικός στόλος πού είχε ήδη αποπλέυσει από τό ναύσταθμο της Κωνσταντινούπολης, περιελάμβανε 230 γαλέρες καί άλλα μικρότερα σκάφη. Γενικός αρχηγός ήταν ο καπουδάν Μουεζιν-ζάντε Αλή πασάς, ενώ διοικητής του πεζικού, πού επέβαινε στά πλοία, ήταν ο Πετράου πασάς. Μαζί τους βρίσκονταν οι γνωστοί κουρσάροι Ουλούτζ Αλή (αρνησίθρησκος Ιταλός) καί Καρακόζα μέ αλγερινά πληρώματα.
Tήν αυγή της 7ης Οκτωβρίου οι δύο στόλοι συναντήθηκαν στίς Εχινάδες, βραχονησίδες πού βρίσκονται στίς εκβολές του Αχελώου καί άρχισαν νά πλησιάζουν ο ένας τόν άλλο μέ βραδύτητα, ενώ τά πληρώματα ετοιμάζονταν γιά τήν σύγκρουση πού θά ακολουθούσε. Νά σημειώσουμε ότι οι κωπηλάτες των τουρκικών πλοίων στήν πλειοψηφία τους ήταν Ελληνες σκλάβοι, οι οποίοι κινήθηκαν όσο αδέξια μπορούσαν, γιά νά δυσχεράνουν τήν πλοήγηση των σκαφών, καί ήταν αυτοί πού αργότερα θά είχαν τίς περισσότερες απώλειες, αφού όντας αλυσοδεμένοι θά βυθίζονταν αργότερα μαζί μέ τό πλοία του οθωμανικού στόλου. Οι οθωμανοί υστερούσαν σέ ισχύ πυροβόλων ενώ υπερτερούσαν σέ μάχιμους άνδρες οι οποίοι ήταν εξοπλισμένοι κυρίως μέ τόξα καί γιαταγάνια. Οι Ευρωπαίοι στρατιώτες ήταν εξοπλισμένοι κυρίως μέ αρκεβούζια, τά πρωτόγονα όπλα της εποχής εκείνης. Τήν αριστερή καί βόρεια πτέρυγα, κοντά στό ακρωτήριο Σκρόφα, τήν διοικούσε ο γηραιός Ενετός Αγκοστίνο Μπαρμπαρίγκο μαζί μέ τούς Αντόνιο ντά Κανάλε καί Μάρκο Κουερίνι. Απέναντί τους τέθηκε η δεξιά πτέρυγα των Τούρκων μέ διοικητές τόν Μεχμέτ Σουλίκ Σιρόκο, κυβερνήτη της Αλεξάνδρειας καί τόν Μεχμέτ Μπέγκ, σαντζάκμπεη της Χαλκίδος. Στό κέντρο της χριστιανικής παράταξης τοποθετήθηκε η "la Reale", γαλέρα του δον Χουάν, ο οποίος πλαισιωνόταν από τόν Βενιέρ καί τόν Μαρκαντόνιο Κολόνα, αρχηγό των παπικών δυνάμεων. Απέναντι βρισκόνταν ο διοικητής του μωαμεθανικού στόλου, Αλή καπουδάν πασάς μαζί μέ τόν Πετράου πασά. Τέλος στή δεξιά πλευρά των χριστιανών, τά πλοία τά διοικούσε ο Γενουάτης Τζιαναντρέα Ντόρια καί απέναντί του είχε τόν περίφημο κουρσάρο Ουλούτζ Αλή. Πρίν αρχίσει η ναυμαχία ο δον Χουάν επιβιβάσθηκε σέ ένα ελαφρύ σκάφος καί πέρασε μπροστά από τά πλοία του στόλου γιά νά εμψυχώσει τούς άνδρες του, οι οποίοι απάντησαν μέ ζητωκραυγές. Ταυτόχρονα ιερείς μετέφεραν τόν Εσταυρωμένο από τήν πλώρη στήν πρύμνη καλώντας τά πληρώματα νά πολεμήσουν υπέρ της χριστιανικής πίστης. Γύρω στίς 09:00 ο δον Χουάν έριξε τήν πρώτη βολή από τή ναυαρχίδα του, καλώντας τόν αντίπαλο ναύαρχο νά έρθει νά τόν αντιμετωπίσει. Τό ελαφρύ δυτικό αεράκι πού άρχισε νά πνέει θά ευνοούσε τά χριστιανικά πλοία, αφού ο καπνός των κανονιών θά πήγαινε στήν πλευρά των μουσουλμάνων. Οι πρώτοι οι οποίοι επιτέθηκαν μέ φανατισμό ήταν από τήν αριστερή πτέρυγα, οι Βενετοί Αμπρότζιο καί Αντώνιο Μπραγκαντίν, συγγενείς του ομώνυμου υπερασπιστή της Αμμοχώστου, οι οποίοι μόλις είχαν πληροφορηθεί τό μαρτυρικό του τέλος. Μέ τρείς εύστοχες βολές βύθισαν τήν πρώτη εχθρική γαλέρα πρός μεγάλη θλίψη του Αλή καπουδάν πασά, ο οποίος άρχισε νά τραβά τά γένια του, διαισθάνοντας τήν εξέλιξη. Καί ενώ οι βενετικές γαλέρες στό βόρεια τμήμα προξενούσαν αναστάτωση στίς αντίστοιχες τουρκικές, ο Μεχμέτ Σιρόκο, μέ μία παράτολμη κυκλωτική κίνηση, απείλησε τή ναυαρχίδα του Αγκοστίνο Μπαρμπαρίγκο, ο οποίος τραυματίστηκε από βέλος στό μάτι, όταν σπαχήδες πήδησαν στό πλοίο του. Σέ βοήθεια ήρθαν η γαλέρα του ανηψιού του Μαρίνο Κονταρίνι, καί αυτή του Μάρκο Κουερίνι. Καί ενώ η μάχη γινόταν σώμα μέ σώμα καί τά πληρώματα πολεμούσαν λυσσασμένα, οι χριστιανοί κωπηλάτες της ναυαρχίδας του Σιρόκο έσπασαν τά δεσμά τους καί κατέλαβαν τό σκάφος. Τά τουρκικά πλοία πλέον της βορειας πλευράς, βούλιαζαν τό ένα μετά τό άλλο, καί οι Τούρκοι σκοτώνονταν σωρηδόν. Οσοι είχαν τή δύναμη νά κολυμπήσουν στήν στεριά καί πρός τή λιμνοθάλασσα του Μεσολογγίου, κατασφάζονταν από τούς Ελληνες πού παρακολουθούσαν από εκεί τήν εξέλιξη της μάχης. Στό κέντρο της παράταξης, τά χριστιανικά πλοία υπό τήν ηγεσία του δον Χουάν, έπλευσαν εναντίον του εχθρού, καλυπτόμενα από τή δύναμη του πυρός πού τούς παρείχαν οι γαλεάσσες. Μία από τίς βολές έσπασε τό πίσω κατάρτι της ναυαρχίδας του Αλή, ενώ οι απώλειες στά υπόλοιπα τουρκικά σκάφη ήταν εξίσου σημαντικές. Πρός τό μεσημέρι οι δύο αντίπαλες ναυαρχίδες είχαν ενωθεί μεταξύ τους, ενώ είχαν συγκεντρωθεί γύρω τους 30 ακόμα σκάφη. Οι γενίτσαροι από τό σκάφος του Αλή κατέλαβαν τήν πλώρη της γαλέρας του δον Χουάν καί δέχονταν τά πυρά των 400 αρκεβουζιοφόρων. Πρός βοήθειά του δον Χουάν, έσπευσε ο Βενετός ναύαρχος Βενιέρ, ο Ιταλός μισθοφόρος Μαρκαντόνιο Κολόνα καί ο Τζιοβάνι Μπατίστα Κονταρίνι. Οταν ο Πετράου πασάς τραυματίστηκε από εμπρηστικό βλήμα καί εγκατέλειψε τή γαλέρα του, επικράτησε σύγχυση στά τουρκικά πληρώματα καί επωφελήθηκε ο Κολόνα ο οποίος έπεσε μέ δύναμη στή ναυαρχίδα του Αλή καί έδινε διαταγή στούς στρατιώτες του νά τήν καταλάβουν. Ο καπουδάν πασάς σκοτώθηκε καί τότε οι Ευρωπαίοι άρχισαν νά σκοτώνουν αδιακρίτως τούς πανικόβλητους Οθωμανούς, τά σώματα των οποίων έπεφταν στήν κοκκινισμένη από τό αίμα τους θάλασσα. Τά τουρκικά πλοία βυθίζονταν μαζί μέ τούς αλυσοδεμένους χριστιανούς κωπηλάτους, οι κραυγές των οποίων δονούσαν τόν αέρα.Στό νότιο τομέα, η ναυμαχία εξελίχθηκε κοντά στό ακρωτήριο πάπα (Αραξος) καί ούτε ο Γενουάτης Ντόρια, ούτε ο κουρσάρος Ουλούτζ Αλή πολέμησαν μέ πάθος γιά τή νίκη, καθώς τά συμφέροντα καί των δύο δέν διακυβεύονταν άμεσα. Ο τελευταίος μάλιστα συνέλαβε τή ναυαρχίδα των Ιωαννιτών ιπποτών της Μάλτας καί κατόρθωσε νά διαφύγει αργά τό απόγευμα, τήν ώρα πού στά υπόλοιπα χριστιανικά πλοία ακούγονταν οι πανηγυρισμοί της νίκης. Η καταστροφή του Οθωμανικού στόλου ήταν ολοσχερής, 30000 περίπου άνδρες σκοτώθηκαν συμπεριλαμβανομένου καί του ναυάρχου Αλή καί 120 άλλων κυβερνητών. Η χριστιανική νίκη πανηγυρίσθηκε σέ όλη τήν Ευρώπη όπου τελέσθηκαν δοξολογίες σέ όλες τίς μητροπόλεις. Ο δον Χούαν έγινε θρύλος, ενώ στή νίκη συμμετείχε, ως απλός στρατιώτης, καί ο μεγάλος Ισπανός συγγραφέας του "Δόν Κιχώτη", Θερβάντες. Δυστυχώς όμως η νίκη έμεινε ανεκμετάλευτη τελείως από τίς Ευρωπαϊκές δυνάμεις οι οποίες θά μορούσαν νά εισέλθουν ανενόχλητες ακόμα καί στήν Προποντίδα. Ο σουλτάνος αργότερα πολύ ορθά θά έλεγε. "Οι χριστιανοί μού έκοψαν τά γένια στή Ναύπακτο αλλά εγώ τούς έκοψα τό χέρι στήν Κύπρο. Τά γένια θά ξαναβγούν, τό χέρι όμως δέν θά ξαναγίνει." Πράγματι τόν επόμενο χρόνο θά κατασκεύαζε αξιόμαχο στόλο καί πάλι μέ αρχιναύαρχο τόν Ουλούτζ Αλή. Oι Βενετοί όμως θά έχαναν τήν Κύπρο γιά πάντα.

Αρχαία Ναύπακτος.

- Αρχαία πόλη -
Η αρχαία Ναύπακτος, που βρισκόταν στη θέση της σημερινής, ήταν σημαντική πόλη και γνώρισε τη μεγαλύτερη ακμή της στα ελληνιστικά χρόνια. Η εγκατάσταση στη θέση αυτή ανάγεται στα προϊστορικά χρόνια, όταν αποτελούσε τμήμα της χώρας των Οζολών Λοκρών. Στο τέλος των μυκηναϊκών χρόνων η περιοχή της πόλης αποτέλεσε χώρο ναυπήγησης των πλοίων των Δωριέων πριν αυτοί περάσουν στην Πελοπόννησο. Στα ιστορικά χρόνια, η πόλη, με το μικρό, αλλά καίριο λιμάνι της, προσέλκυσε το ενδιαφέρον των μεγάλων αντίζηλων ελληνικών πόλεων. Κατά τον Πελοποννησιακό πόλεμο καταλήφθηκε από τους Αθηναίους, οι οποίοι εγκατέστησαν στη Ναύπακτο Μεσσήνιους, προκειμένου να διατηρήσουν οι ίδιοι τον έλεγχο του λιμανιού. Μετά το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου η πόλη κυριεύεται από τους Σπαρτιάτες και στη συνέχεια αλλάζει διαδοχικά κυριάρχους, ώσπου τελικά, μετά το 338 π.Χ., παραδίδεται στους Αιτωλούς από το Φίλιππο της Μακεδονίας. Τη μεγαλύτερη ακμή της ως αιτωλική πλέον πόλη γνωρίζει η Ναύπακτος από τα τέλη του 3ου αι. π.Χ., οπότε και αναδεικνύεται σε σημαντικό κέντρο της περιοχής. Ακμή γνωρίζει επίσης και στα ρωμαϊκά χρόνια, όταν, ως πόλη εξαρτημένη από τη ρωμαϊκή αποικία των Πατρών, επιστρέφεται στους Λοκρούς και καθίσταται η σημαντικότερη πόλη της ερημωμένης Αιτωλίας. Από τη δημόσια ζωή της πόλης είναι γνωστά από τις αρχαίες πηγές αρχαία ιερά αφιερωμένα στον Ασκληπιό, το Σάραπι, την Αθηνά, την Αφροδίτη, τον Απόλλωνα και το Διόνυσο. Από αυτά έχουν ταυτιστεί το ιερό του Ασκληπιού και της Αθηνάς, ενώ για τα υπόλοιπα υπάρχουν ασαφείς τοπογραφικές ενδείξεις. Αντίθετα αρκετά καλά γνωστή είναι η ιδιωτική ζωή της πόλης, με την αποκάλυψη σπιτιών, αλλά και τάφων που μαρτυρούν τα έθιμα των αρχαίων χρόνων.
- Οχύρωση -
Η οχύρωση της Ναυπάκτου φαίνεται ότι κατασκευάστηκε για πρώτη φορά στα κλασικά χρόνια και υπήρχε ήδη στα μέσα του 5ου αι π.Χ. Ο οχυρωματικός της περίβολος, κατασκευασμένος κατά το ψευδοϊσόδομο σύστημα, είχε τετράγωνους πύργους και περιέκλειε μεγάλη έκταση, γεγονός που τον καθιστούσε δυσπρόσβλητο. Η ακρόπολη βρισκόταν στην κορυφή του λόφου του μεσαιωνικού κάστρου και μαζί με τα μακρά τείχη του περιβόλου αποτέλεσαν εν μέρει τη βάση της ενετικής οχύρωσης. Τμήματα του αρχαίου περιβόλου είναι και σήμερα ορατά στα ψηλότερα σημεία της πόλης, ενώ χαμηλότερα έχουν δεχθεί επιχώσεις και αποκαλύπτονται μέσα από τις σωστικές ανασκαφές που διεξάγονται στην πόλη. Συμπληρώσεις δέχθηκε ο αρχαίος περίβολος κατά τα παλαιοχριστιανικά χρόνια.
-Aσκληπιείο Ναυπάκτου -
Το ιερό του Ασκληπιού βρισκόταν στο λόφο Τσουκάρι, στην περιοχή του Κεφαλόβρυσου, στο ανατολικό τμήμα της Ναυπάκτου. Ο περιηγητής Παυσανίας, ο οποίος βρήκε ήδη ερειπωμένο το ιερό κατά την επίσκεψή του στην πόλη, αναφέρει την επικρατούσα παράδοση για την ίδρυση του ιερού από τον ιδιώτη Φαλύσιο μετά από την ίασή του από ασθένεια των ματιών. Μοναδικά κατάλοιπα του ιερού αποτελούν ένα μικρό βραχώδες άνδηρο, στο οπίσθιο μέτωπο του οποίου σώζονται ως σήμερα απελευθερωτικές επιγραφές οι οποίες αναφέρουν το όνομα του θεού. Παρόμοιο επιγραφικό υλικό, του τέλους του 3ου - αρχών 2ου αι. π.Χ., έχει συλλεγεί από την ευρύτερη περιοχή του Ασκληπιείου.

- Ελληνικό Βελβίνας -
Σημαντικά αρχαία ερείπια σώζονται στη θέση Ελληνικό, νοτιοδυτικά Βελβίνας, στην κορυφή ενός λόφου που βρίσκεται δυτικά της Ναυπάκτου. Η θέση, σύμφωνα με μία άποψη, όχι απόλυτα αποδεκτή, ταυτίζεται με το αρχαίο Μολύκρειο, το οποίο τοποθετείται σύμφωνα με τις πηγές μεταξύ Ναυπάκτου και Αντιρρίου. Το Μολύκρειο κατά τους αρχαϊκούς χρόνους αποτέλεσε κορινθιακή αποικία. Κατά τον Πελοποννησιακό πόλεμο περιήλθε στους Αθηναίους, ενώ μετά τη μάχη της Χαιρώνειας αποδόθηκε στους Αιτωλούς. Τελικά καταστρέφεται γύρω στο 218 π.Χ., κατά το Συμμαχικό πόλεμο. Τα αρχαία κατάλοιπα επισημάνθηκαν αρχικά από τον W. Woodhouse στα τέλη του 19ου αι. Περιορισμένη ανασκαφή τους πραγματοποιήθηκε το 1925 από τον Αν. Ορλάνδο, ενώ μελετήθηκαν και αργότερα από άλλους ερευνητές. Τα σωζόμενα ερείπια καταλαμβάνουν μία στενόμακρη, επίπεδη κορυφή που είχε περιβληθεί στους αρχαίους χρόνους από απλό περίβολο, χωρίς πύργους, κατασκευασμένο κατά το ακανόνιστο ισοδομικό σύστημα. Ο περίβολος αυτός διατηρείται καλύτερα στο δυτικό τμήμα της ακρόπολης, όπου φαίνεται ότι υπήρχε και η είσοδος από την πόλη, η οποία εκτεινόταν βορειοδυτικά, εκτός του περιβόλου. Ο εσωτερικός χώρος της ακρόπολης διαιρείται φυσικά σε δύο επίπεδα, στο χαμηλότερο από τα οποία, το βόρειο, βρίσκονται τα σπουδαιότερα κτίσματα, δηλαδή ο κυρίως ναός και μία διπλή στοά. Στο νότιο τμήμα της ακρόπολης είναι ορατά και άλλα αταύτιστα κτίρια, ανάμεσα στα οποία ίσως και ένας δεύτερος, ανερεύνητος ναός, καθώς και μία μεγάλη κυκλική κτιστή δεξαμενή νερού.
- Ναός Βελβίνας -
Ο ναός στην ακρόπολη της Βελβίνας, από τον οποίο σήμερα έχει διατηρηθεί η κρηπίδα του, είχε ιδιόμορφο προσανατολισμό, ΒΔ-ΝΑ. Φαίνεται ότι ήταν περίπτερος, διπλός εν παραστάσι, και πιθανότατα είχε εσωτερική κιονοστοιχία κατά τις τρεις πλευρές. Το κτίριο για άγνωστους λόγους έμεινε ημιτελές, όπως φαίνεται από την πλήρη σχεδόν απουσία αρχιτεκτονικών μελών στο χώρο. Πιθανόν αυτό να οφείλεται είτε σε οικονομικούς λόγους, είτε, σύμφωνα με νεότερη άποψη, σε κακό σχεδιασμό του μνημείου. Ο ναός αυτός είχε κτιστεί στη θέση παλιότερου πώρινου ναού, ο οποίος κατά μία άποψη ήταν αφιερωμένος στον Ποσειδώνα, θεό που είναι γνωστό από τον Παυσανία και το Θουκυδίδη ότι κατά τα κλασικά χρόνια λατρευόταν στην περιοχή του Μολυκρείου. Για την ταύτιση του ιερού δεν υπάρχουν περισσότερα στοιχεία, ενώ το μόνο εύρημα λατρευτικού χαρακτήρα ήταν ένα ενεπίγραφο βάθρο αναθήματος στην Αθηνά. Βόρεια του ναού υπήρχε διπλή στοά, παράλληλη σε αυτόν, η οποία κατά την άποψη του ανασκαφέα χρησίμευσε ως εργαστήριο λιθοξόων μέχρι την περάτωση του ναού.

Μακρυνόρος...


Έπαχτος.

Θέα απ'το κάστρο...

Έπαχτος.

Το λιμάνι...

Βενέτικο...

Το νότιο τμήμα της επαρχίας Ναυπακτίας, ανατολικά και δυτικά της πόλης της Ναυπάκτου μαζί με την Ναύπακτο, ονομαζόταν Βενετικό. Το μεγαλύτερο μέρος της περιοχής του Βενετικού ήταν πεδινό (Κάτω Βενετικό) και το υπόλοιπο ημιορεινό (Άνω Βενετικό).
Η ονομασία Βενετικό δόθηκε από τους Τούρκους, διότι πριν από αυτούς το κατείχαν οι Ενετοί, και οι Τούρκοι όποιες περιοχές καταλάμβαναν έδιναν το όνομα εκείνου που εξουσίαζε πριν από αυτούς.
Οι Ενετοί στάθηκαν κοντά στη θάλασσα, κοντά στον Κορινθιακό και τον Πατραϊκό κόλπο, λόγω του εμπορίου που ασκούσαν και δεν προχώρησαν στο εσωτερικό της επαρχίας, διότι η περιοχή ήταν ορεινή και άγονη χωρίς ιδιαίτερο ενδιαφέρον εκμετάλλευσης, αφ' ετέρου οι κάτοικοι ζούσαν ελεύθεροι και ήταν τετραπέρατοι, ευκίνητοι και ανυπότακτοι. Γι’ αυτό και οι Κραβαρίτες τους κατοίκους του Βενετικού που ήταν πιο ήσυχοι και ήρεμοι τους αποκαλούσαν «χαζοβενέτικους».
Διοικητικά το Βενετικό την προεπαναστατική περίοδο διετέλεσε Καζάς και με αυτόν των Κραβάρων αποτέλεσαν το Σαντζάκι της Ναυπάκτου.
Ο Καζάς του Βενετικού στους τελευταίους χρόνους πριν την επανάσταση είχε 20 χωριά. Στο τέλος 26 και μετά το 1830 είχε 18. Η αυξομείωση αυτή οφείλετο στην εγκατάλειψη, τη σύμπτυξη και την ίδρυση νέων χωριών, αλλά και στην προσάρτηση μερικών από αυτά σε άλλες επαρχίες. Γενικά η αναφορά μας στα χωριά του Βενετικού συμπεριλαμβάνει αυτά που υπάρχουν στη μεσοεπανάσταση.
Έτσι έχουμε το Άνω Βενετικό με τα χωριά Φαμίλα, Βρώστιανη (Ριγάνι), Πιτσινέϊκα, Βλαχομάνδρα, Βελβίνα, Φροξυλιά, Μαμουλάδα, Βομβοκού, Νιόκαστρο, Σκάλα, Παλαιοχωράκι και το Κάτω με τα χωριά Ναύπακτος, Δένδρος, Ξηροπήγαδο, Δάφνη, Αντίρριο, Μολύκρειο, Μακύνεια, Ρίζα, Αγραπηδόκαμπος, Καλαβρούζα, Γαβρολίμνη, Μπεζαϊτές (Τρίκορφο) και Άνω και Κάτω Βασιλική.

Ναύπακτος.

Η Ναύπακτος είναι μια πανέμορφη γραφική παραθαλάσσια πόλη,χτισμένη αμφιθεατρικά στην πλαγιά ενος λόφου, όπου στην κορυφή του δεσπόζει το επιβλητικό Βενετσιάνικο κάστρο,και καταλήγει στις πρόποδες σ'ένα πανέμορφο επίσης Βενετσιάνικο λιμάνι.Ο επισκέπτης κυριολεκτικά εντυπωσιάζεται απο το πανέμορφο φυσικό περιβάλλον,με τις γραφικές της παραλίες,τα πολλά Χριστιανικά μνημεία και Μοναστήρια,τους αρχαιολογικούς χώρους,τους πανάρχαιους θρύλους,με αποτέλεσμα νατην καθιστά μια απο τις ομορφότερες πόλεις της Ελλάδος,αποτέλεσμα όλων αυτών είναι να πλημμυρίζει η πόλη απο Έλληνες και ξένους επισκέπτες,ιδίως κατά τους καλοκαιρινούς μήνες. Ο επισκέπτης απο την πρώτη στιγμή νιώθει την οικειότητα και την ζεστασιά των κατοίκων και επαγγελματιών της πόλης.
Η ιστορία της Ναυπάκτου ξεκινά απο την κάθοδο των Δωριέων το 1104 π.Χ. όπου και κατασκεύασαν το πρώτο πλοίο στον κόσμο. Εξ αιτίας του γεγονότος αυτού πήρε και το όνομα Ναύπακτος (Ναυς=πλοίο και πήγνυμι=κατασκευάζω). Πολλά και σημαντικά γεγονότα σημάδεψαν την ιστορία της όπως, το 338 π.Χ. η Ναύπακτος πέφτει στα χέρια των Μακεδόνων,το 553 μ.Χ. τρομερός σεισμός καταστρέφει την Ναύπακτο,το 747 μ.Χ. επιδημία πανώλης χτυπάει την Ναύπακτο με πολλούς θανάτους,το 896 μ.Χ. η Ναύπακτος προάγετε σε μητρόπολη, το 1407 μ.Χ. οι Βενετοί καταλαμβάνουν την πόλη το 1463 μ.Χ. ο Ομαρ πασάς πολιορκεί την Ναύπακτο χωρίς επιτυχία, το 1499 μ.Χ. η Ναύπακτος πέφτει στα χέρια των Τούρκων, το 1571 μ.Χ. απο της μεγαλύτερες ναυμαχίες όλων των εποχών σε παγκόσμιο επίπεδο λαμβάνει χώρα στην θαλάσσια περιοχή της Ναυπάκτου, το 1687 μ.Χ. ο Ενετός Μοροζίνη κυριεύει την Ναύπακτο, το 1962 μ.Χ. ο Χαλήλ Πασάς πολιορκεί την Ναύπακτο, το 1700 μ.Χ. με την συνθήκη του Κάρλοβιτς η Ναύπακτος παραδίδετε στους Τούρκους, το 1829 μ.Χ. μεγάλες ναυτικές και χερσαίες δυνάμεις διώχνουν τους Τουρκοαλβανούς και απελευθερώνουν την Ναύπακτο.