Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΟΜΠΟΤΙΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΟΜΠΟΤΙΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Άνω Χώρα Ναυπακτίας.

Μεγάλη Λομποτινά.

Άνω Χώρα...

...με φόντο τις χιονισμένες κορφές από το Τσακαλάκι.

Κάτω Χώρα.

Μικρή Λομποτινά.

Άνω Χώρα.

Μεγάλη Λομποτινά.

Καναβαίοι.

Γνωστή αρχοντική οικογένεια των Κραβάρων που κατά την παράδοση είχε τις ρίζες της στο Βυζάντιο. Στις 28.1.1204 ένας προγονός της ο Νικόλαος Καναβός ανακηρύχθηκε αυτοκράτορας ύστερα από επανάσταση κατά της ανίκανης διοίκησης των Αγγέλων. Σε λίγες όμως μέρες (5.2.1204) ο Νικόλαος Καναβός φονεύεται και ανέρχεται στον αυτοκρατορικό θρόνο ο Αλέξιος Ε' ο Μούρτζουφλος. Μετά την άλωση της πόλης από τους Τούρκους (1453) ένας κλάδος των Καναβαίων βρήκε καταφύγιο στην Μεγάλη Λομποτινά Κραβάρων όπου διετέλεσαν Προεστώτες. Γνωστά μέλη της Κραβαρίτικης οικογένειας είναι:
1. Αναγνώστης Καναβός, υιός Ανδρέα. Υπογράφει ως μάρτυρας σε ιεροδικαστική απόφαση (1747). Ο ίδιος χωρίς το πατρώνυμο υπογράφει σε ομολογία στις 2.5.1746. Ο Αναγνώστης ήταν εκείνη την εποχή εκκλησιαστικός τίτλος και υποκαθιστούσε πολλές φορές το βαπτιστικό. Δεν γνωρίζουμε όμως ποιο ήταν το βαπτιστικό του παραπάνω και αν ταυτίζεται με τον αμέσως παρακάτω Γεωργάκη.
2. Γιωργάκης-(Λογοθέτης;) Καναβός. Υπογράφει σε ομολογίες (18 Δεκ. 1739, 15.3.1746 και 25.8.1753).
3. Κωνσταντάκης-Λογοθέτης Καναβός. († 1775) Περιέχεται σε «εμμάρτυρο γράμμα» (27.9.1770).
4. Νικολάκης-Αναγνώστης Καναβός. († 1800 ή 1801). Όπως παραπάνω, στο ίδιο «εμμάρτυρο γράμμα».
5. Ιωάννης Καναβός. Αδελφός του Νικολάκη.
6. Αντώνης Καναβός (; - 1828). Αδελφός του Νικολάκη.
7. Γεώργιος-Λογοθέτης Καναβός (αρχές 1827), γιος του Νικολάκη.
8. Ανδρέας-Αναγνώστης Καναβός (1790-1844), γιος του Νικολάκη.
9. Ιωάννης Λογοθέτου-(Καναβός), γιος του Νικολάκη.
10. Νικόλαος Καναβός (; - 1902) γιος του Ανδρέα-Αναγνώστη Καναβού.
11. Ιωάννης Νικολάου Καναβός (1865-1953), γιος του προηγούμενου και τελευταίος γόνος των Καναβαίων της Λομποτινάς.


Περί του Γενάρχη των Καναβαίων, Νικόλαου Καναβού, το 1204 μ.Χ.
Το γεγονός της επιλογής και πρόκρισης του «νεανίσκου» Νικολάου Καναβού για τον αυτοκρατορικό θρόνο εκ μέρους του λαού της Βασιλεύουσας, ενώ τεκταινόταν η ανατροπή της διεφθαρμένης κυβέρνησης των Αγγέλων αυτοκρατόρων Αλέξιου Δ' και του τυφλού πατέρα του τελευταίου, Ισαάκιου Β', στις 25 Ιανουαρίου 1204, δεν αποκλείεται να σημαίνει ότι ο Νικόλαος ήταν γόνος ονομαστής —ίσως και αριστοκρατικής— βυζαντινής οικογένειας· από τις σχετικές πληροφορίες στις πηγές μόνο ο μεταγενέστερος Ψευδο-Κωδινός μαρτυρεί ότι κατείχε το αξίωμα του σεβαστού, πληροφορία που πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη και η οποία, πάντως, μάλλον αποκλείει τις απόψεις των Κ. Παπαρρηγόπουλου, Ν. Βέη και Ν. Καλομενόπουλου περί του «ασήμου» και του «ταπεινού» της καταγωγής του. Στον Νικόλαο, πάντως, έπεσε ο δυσμενής κλήρος να χριστεί, άθελα του, «βασιλεύς Ρωμαίων» στις αρχές του δίσεκτου για την Αυτοκρατορία έτους 1204, πιθανώς στις 28 Ιανουαρίου κατά τους Νικήτα Χωνιάτη και Θεόδωρο Σκουταριώτη," από τον επαναστατημένο όχλο της βυζαντινής πρωτεύουσας, τον «χυδαίο δήμο», όπως μαρτυρεί ο Ψευδο-Κωδινός Αν και οι ελληνικές πηγές δεν αναφέρουν συγκεκριμένα «στέψη» του Καναβού, εν τούτοις την πληροφορία αυτή μας την παρέχει το «Χρονικό του Νόβγκοροντ», κατά το οποίο μαζί με τον Νικόλαο πιθανώς να στέφθηκε και η σύζυγος του, της οποίας πάντως δεν σώζεται το όνομα. Ακόμη και αν, πάντως, η πληροφορία του παλαιορωσικού χρονικού είναι σωστή, εν τούτοις λόγω των συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα η «στέψη» αυτή, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά τα λεγόμενα του Γ. Κορδάτου ότι ο Καναβός πρέπει να θεωρείται «νόμιμος αυτοκράτορας», που ανατράπηκε από το κίνημα του Αλέξιου Ε' Δούκα Μούρτζουφλου. Προτού παρακολουθήσουμε τα γεγονότα από την στιγμή της εκλογής του Καναβού, θα αναφερθούμε σε μια πολύ σημαντική πληροφορία, την οποία παρέχει μόνο το «Χρονικό του Νόβγκοροντ»· πριν ο Καναβός επιλεγεί για αυτοκράτορας, την ίδια τύχη είχε ένας άλλος Βυζαντινός αξιωματούχος, ο σεβαστός Κωνσταντίνος Ραδεινός, γνωστός από άλλη περίπτωση στους Ν. Χωνιάτη και Θ. Σκουταριώτη· σύμφωνα με την γλαφυρή περιγραφή του Χρονικού, πάντως, ο Ραδεινός, αντιλαμβανόμενος τις τεράστιες δυσκολίες που θα αντιμετώπιζε, στην κυριολεξία εξαφανίστηκε, ενώ η γυναίκα του —όσο και να πιέστηκε— δεν αποκάλυψε το κρησφύγετο του συζύγου της. Έτσι, στη συνέχεια ο κλήρος έλαχε στον Νικόλαο Καναβό. Παρά τα μαρτυρούμενα από τις ελληνικές πηγές χαρίσματα και προσόντα του (ηθικός, ικανός στη γνώμη, έμπειρος στα πολεμικά), εν τούτοις ο Νικόλαος Καναβός αποτέλεσε τραγική μορφή, αφού δεν μπόρεσε να συγκεντρώσει τα απαιτούμενα για τις δύσκολες εκείνες ώρες αποθέματα ψυχικής δύναμης και σθένους, για να ανταποκριθεί στο βάρος μια τόσο τεράστιας ευθύνης, την οποία του είχε αναθέσει ο λαός της Κωνσταντινούπολης. Επιπρόσθετα, είχε να αντιμετωπίσει από την αρχή τις πλάγιες και ύπουλες ενέργειες του Αλέξιου Δ' Άγγελου, που ταμπουρωμένος στο ανάκτορο των Βλαχερνών και προφανώς πανικόβλητος από την αναμφισβήτητη δημοτικότητα που θα είχε αρχικά ο Καναβός, έσπευσε να καλέσει τον αρχηγό της Δ' Σταυροφορίας, μαρκίωνα Βονιφάτιο τον Μομφερρατικό, για την ανατροπή του Καναβού με σταυροφορικές δυνάμεις· αυτά παραδίδει ο Χωνιάτης, ακολουθούμενος από τον Σκουταριώτη, ενώ το «Χρονικό του Νόβγκοροντ», οπωσδήποτε λιγότερο αξιόπιστο στο σημείο αυτό, αποδίδει τις ενέργειες για προσεταιρισμό των Φράγκων στον τυφλό γέροντα Ισαάκιο Β' Άγγελο· πράγματι, όπως διαφαίνεται από τις επιστολές του Βαλδουίνου (Α') της «Ρωμανίας», οι ενέργειες αυτές αποδίδονται στον Αλέξιο Δ', καθώς εξάλλου αναφέρουν σαφώς οι Hendrickx και Matzukis. Η ανδρεία και, οπωσδήποτε, η στρατιωτική εμπειρία του Καναβού συνάγεται από τις φράσεις των Χωνιάτη και Σκουταριώτη ότι δεν ήταν «αγεννής τά πολέμια». Από μια αρκετά σημαντική λατινική πηγή του 13ου αι., τον Aubray de Trois-Fontaines μαθαίνουμε ότι ήδη πριν την ανατροπή του Ισαάκιου Β' από τον αδελφό του Αλέξιο Γ’ Άγγελο το 1195, ο Καναβός συμπεριλαμβανόταν —μαζί με τον Μούρτζουφλο— στους αναφερόμενους (από τον Χωνιάτη) Βυζαντινούς αριστοκράτες που είχαν εναντιωθεί στον Ισαάκιο, έχοντας επιδείξει στασιαστικές τάσεις, ενώ έχει ακόμη υποστηριχθεί από τον Brand ότι ο Καναβός «φαίνεται ότι υπήρξε οπαδός του Αλέξιου Γ'», αν και η σχέση τους αυτή δεν αναφέρεται ούτε στο λεπτομερές περί Αλεξίου Γ' λήμμα του Κ. Βαρζού ούτε στο πρόσφατο κεφάλαιο περί της βασιλείας του Αλεξίου Γ' από τον Ι. Καραγιαννόπουλο. Πάντως, από την προαναφερόμενη πληροφορία του Aubray μπορεί να συναχθεί ένα άλλο χρήσιμο για την παρούσα έρευνα συμπέρασμα, όσον αφορά στην ηλικία του Καναβού αφού πριν το 1195 (ίσως περί το 1192) ο Νικόλαος Καναβός μπορούσε να διαδραματίζει κάποιο ρόλο στις κατά του Ισαάκιου Β' κινήσεις, τότε το 1204 μπορεί βέβαια να ήταν ακόμη νέος άνδρας, όχι όμως και «νεανίσκος», που όπως είδαμε τον αποκαλούν οι Χωνιάτης και Σκουταριώτης. Όσον δε αφορά την περίπτωση να υπήρξε οπαδός του Αλέξιου Γ’, αυτό θα μπορούσε ίσως να μας οδηγήσει στην εικασία ότι θα πολέμησε κατά των σταυροφόρων λίγο πριν από την ανατροπή του Αλέξιου Γ' στις 17 Ιουλίου και την επαίσχυντη φυγή του από τη Βασιλεύουσα. Το κυριότερο ίσως πρόβλημα σχετικά με την εκλογή του Καναβού από τον κωνσταντινουπολιτικό λαό σχετίζεται με την προβληματική «στέψη» του στην Αγία Σοφία, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Chronista Novgorodensis, μαρτυρία που δεν ενισχύεται ούτε από τις ελληνικές πηγές, που χρησιμοποιούν τα ρήματα «χρίουσιν» και «άνηγόρευσαν», αλλά ούτε και από την Devastatio, κατά την οποία «εκλέγουν βασιλέα» («regem eligunt»). Επίσης με την πληροφορία του «Χρονικού του Νόβγκοροντ» συνδέεται και η αινιγματική φράση ότι η «στέψη» του Καναβού έγινε «με την απουσία του πατριάρχη» («absente patriarcha»), φράση που προβλημάτισε τον μεταφραστή του έργου, J. Gordon, κατά τον οποίο δεν φαίνεται καθαρά αν εδώ υπονοείται ότι ο πατριάρχης απλά απουσίαζε ή σκόπιμα δεν παρέσχε την υποστήριξη του στον Καναβό. Νομίζουμε ότι παρά το γεγονός ότι ο Καναβός θα πρέπει να είχε αρκετούς οπαδούς κατά το διάστημα της πολύ σύντομης «βασιλείας» του (εξαήμερης ή οκταήμερης), όταν κατέλαβε με τους υποστηρικτές του την Αγία Σοφία, εν τούτοις δεν κατόρθωσε να εξασφαλίσει την υποστήριξη του πατριάρχη, ο οποίος προτίμησε να την παράσχει στον Μούρτζουφλο, που είχε επίσης «χριστεί» αυτοκράτορας στις 28/29 Ιανουαρίου (λίγο μετά δηλ. από τον Καναβό) από άλλο τμήμα του λαού της Βασιλεύουσας. Η σταδιακή επικράτηση του Μούρτζουφλου σε βάρος του Καναβού περιγράφεται γλαφυρά και συμβολικά στα κείμενα των Χωνιάτη και Σκουταριώτη, που γράφουν ότι η ισχύς και η επιρροή του πρώτου συνεχώς γιγαντωνόταν σε αντίθεση με εκείνη του τελευταίου, η οποία μίκραινε και έσβηνε. Η διστακτικότητα και η έλλειψη αποφασιστικότητας εκ μέρους του Καναβού δεν δικαιολογούν τις απόψεις του Γ. Κορδάτου, κατά τον οποίο ο δημοφιλής Καναβός δεν ήταν αρεστός ούτε στον πατριάρχη, αλλά ούτε στους άρχοντες και τους συγκλητικούς, οι οποίοι ανησυχούσαν για την (δήθεν) δυναμικότητα του νέου αυτού «Ανδρόνικου» (υπερβολικός παραλληλισμός του Κορδάτου ανάμεσα στους Καναβό και τον αυτοκράτορα Ανδρόνικο Α' Κομνηνό). Συνεχίζοντας δε τις υπερβολικές του εκτιμήσεις ο Κορδάτος έγραφε πως ο Καναβός ήταν αποφασισμένος να πολεμήσει τους Φράγκους και τους Βενετούς και «άρχισε να οργανώνει στρατό από τις λαϊκές μάζες, έχοντας το στρατηγείο του στην Αγία Σοφία». Κάθε άλλο όμως παρά κάτι τέτοιο έγινε· διστακτικός και χωρίς την απαιτούμενη ενεργητικότητα ή τον ενθουσιασμό που θα ανέμεναν οι οπαδοί του, ο Καναβός φαίνεται ότι αδράνησε. Στα γεγονότα του 1204 ο Καναβός ούτε «διακρίθηκε για την παληκαριά του και για τον πατριωτισμό του», ούτε βέβαια υπήρξε «αληθινός λαϊκός ηγέτης, που μέρα νύχτα προπαγάνδιζε την ιδέα της αντίστασης στους Φράγκους και στους Βενετσάνους», έχοντας «μαζέψει γύρω του πολλούς φανατικούς ομοϊδεάτες του από τα λαϊκά στρώματα». Όπως είναι φανερό, ο Κορδάτος έχει «εκβιάσει» τις πηγές. Στην Αγία Σοφία, όπου σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις παρέμεινε για έξι (ή οκτώ) ημέρες με τους οπαδούς του ο Νικόλαος Καναβός, έμελλε τελικά να εξουδετερωθεί, όταν ο Μούρτζουφλος αποφάσισε να παρέμβει δυναμικά για να γίνει κύριος της κατάστασης. Δεν είναι πάντως απόλυτα σαφές αν ο Μούρτζουφλος χτύπησε τελικά τους οπαδούς του Καναβού με το στρατό του, συλλαμβάνοντας και εκτελώντας τον τελευταίο (περί του υποτιθέμενου θανάτου του Καναβού βλ. παρακάτω), όπως μαρτυρεί η Devastatio, ή —εγκατελειμμένος τελικά από τους οπαδούς του— συνελήφθη από τους άνδρες του Μούρτζουφλου, όπως γράφουν οι βυζαντινές πηγές. Πιθανότερη, ίσως, να είναι η εκδοχή του Chronista Novgorodensis, σύμφωνα με τον οποίο ο Μούρτζουφλος πρότεινε στον Καναβό να απαρνηθεί το στέμμα που του είχαν προσφέρει και, σε αντάλλαγμα, θα τον αναγνώριζε ως τον πρώτο ανάμεσα «στους βογιάρους του»· όταν όμως οι οπαδοί του Καναβού απέτρεψαν τον τελευταίο από του να παραιτηθεί από το αξίωμα στο οποίο τον είχαν οι ίδιοι ανεβάσει, την ίδια εκείνη νύκτα οι ίδιοι αυτοί οπαδοί του εγκατέλειψαν (ανεξήγητα) τον Καναβό, που μαζί με την γυναίκα του συνελήφθη από τον Μούρτζουφλο και ρίχτηκε στη φυλακή. Αυτά συνέβησαν στις 5 Φεβρουαρίου 1204, αν και οι Hendrickx και Matzukis τονίζουν την επιφυλακτικότητα τους στην αβίαστη αποδοχή της ημερομηνίας αυτής για την εξουδετέρωση του Καναβού και την επίσημη «στέψη» του Αλέξιου Ε'. Έτσι, παρά το γεγονός ότι είχε υποστηριχθεί από όχι ευκαταφρόνητο τμήμα του κωνσταντινοπολιτικού λαού, του «απλού και ανοργάνωτου» κατά τον Ν. Οικονομίδη, που μάλλον θα προερχόταν από τις «χαμηλότερες τάξεις» κατά τον Brand, εν τούτοις ο Καναβός έχασε την ευκαιρία και υποχώρησε εμπρός στην αποφασιστικότητα του Μούρτζουφλου. Σχετικά με την τύχη του άτυχου Καναβού, οι πηγές δεν παρουσιάζουν ομοφωνία- κατά την Devastatio συνελήφθη και αποκεφαλίστηκε από τους άνδρες του Μούρτζουφλου, οι οποίοι είχαν περικυκλώσει την Αγία Σοφία, ενώ κατά την Croisade de Constantinople οι οπαδοί του Καναβού διασκορπίστηκαν από τις δυνάμεις του Μούρτζουφλου, οι οποίες συνέλαβαν και εκτέλεσαν τον ίδιο τον Καναβό μέσα ή κοντά στη Μεγάλη Εκκλησία. Καμιά όμως από τις δυο κύριες πηγές μας, ο Νικήτας Χωνιάτης ή ο Chronista Novgorodensis δεν αναφέρουν εκτέλεση του Καναβού· κατά τον Χωνιάτη «φρουρά παραδίδοται» (ή «φρουρά παραπέμπεται» κατά τον Σκουταριώτη, ενώ κατά τον Chronista» μαζί με την γυναίκα του «custodiae tradidit». Έτσι, η άποψη αρκετών ερευνητών που έχουν υιοθετήσει την περί θανάτωσης μαρτυρία των δυο ελασσόνων δυτικών πηγών, δεν μας φαίνεται ορθή. Για το λόγο αυτό συμφωνούμε με εκείνους που υιοθετούν την μαρτυρία περί σύλληψης και φυλάκισης, μετά τον διασκορπισμό των οπαδών του ατυχούς Καναβού. Ιδιαίτερα αναφέρουμε την χαρακτηριστική άποψη του E. Bradford ότι ο Καναβός, ένας «απρόθυμος αποδέκτης ενός αξιώματος που ποτέ δεν είχε επιδιώξει, αμέσως εγκαταλείφθηκε» και «πέρασε έξω από τη δημοτικότητα στην οποία σύρθηκε τόσο απρόθυμα και αποσύρθηκε στην ιδιωτική του ζωή». Αν κρίνει κανείς από τις άθλιες συνθήκες υπό τις οποίες κλήθηκε να σώσει την κατάσταση, παρατηρεί ο Βρεταννός συγγραφέας, «ήταν σώφρων στην προσπάθεια του να αποσείσει από πάνω του μια τόσο αμφίβολης αποτελεσματικότητας τιμή». Πράγματι, αν κρίνουμε από τη μεγάλη ταλαιπωρία στην οποία άθελα του υποβλήθηκε ο άτυχος Καναβός, η τελική εξέλιξη θα πρέπει να του δημιούργησε μεγάλη ανακούφιση.

Κάτω Χώρα.

Κάτω Χώρα (Μικρή Λομποτινά).
Η Κάτω Χώρα απέχει 60 χιλιόμετρα απο την Ναύπακτο.Βρίσκεται στην ανατολική πλευρά της ανατολικής Ναυπακτίας, απέναντι και κάτω από την Άνω Χώρα και σε υψόμετρο περίπου 850 μέτρων. Η έκταση του χωριού είναι 300 στρεμμάτα.Περιβάλλεται από τα εξής βουνά: Αϊ Γιάννης, Γαλανή, Τριτσοβά και Γουλινά.

Καστανόδασος...



Το μαγευτικό καστανόδασος της Λομποτινάς...

ΑΝΩ ΧΩΡΑ.

Η Λομποτινά από ψηλά...

Άνω Χώρα.

Μεγάλη Λομποτινά...

Η Ανω Χώρα είναι πρωτεύουσα του Δήμου Αποδοτίας με πληθυσμό 404 κατοίκους κατά την απογραφή του 2001 και βρίσκεται σε απόσταση 58 χιλιομέτρων από τη Ναύπακτο.
Η μεγάλη Λομποτινά, σημερινή Ανω Χώρα, της επαρχίας Ναυπακτίας βρίσκεται με την πλάτη της να ακουμπάει αμφιθεατρικά σε μια από τις νοτιοδυτικές κλιτύες των Βαρδουσίων ορέων , της Σύρτας, με το μέτωπο της στραμμένο από βόρεια κατεύθυνση ως ανατολική , νότιο ανατολική. Από το πιο ψηλά σπίτι ως το πιο χαμηλά υπάρχει μια υψομετρική διαφορά ως διακόσια μέτρα. Ο μητροπολιτικός ναός είναι αφιερωμένος στη χάρη της Αγίας Παρασκευής, καθώς και η αγορά, βρίσκονται στο κέντρο του χωριού σε υψόμετρο 1030 μέτρα.
Το χωριό περιβάλλεται ολόγυρα από ορεινούς όγκους που όλοι τους είναι αποφύσεις της οροσειράς των Βαρδουσίων που έχουν υψόμετρο 2495 μ. και είναι το νοτιότερο σημαντικό άκρο της οροσειράς της Πίνδου. Η Σύρτα πάνω στην οποία ακουμπάει τη ράχη του το χωριό έχει υψόμετρο 1460 μέτρα. Ανατολικά της Σύρτας υπάρχουν με μικρότερο υψόμετρο οι κορυφές Τσονάκι, Κοραούλι, Αη Γιάννης και Μακρύβαλτο. Νοτιοδυτικά της Σύρτας και σε απόσταση δύο περίπου ωρών είναι το βουνό Τσακαλάκι με υψόμετρο 1714 μ. Ανατολικά της Μεγ. Λομποτινάς υπάρχουν οι κορυφές Αυγό και Τριτσοβά καθώς και η αδερφές του Ομάλια και Νεραϊδάλωνο με υψόμετρα 1612 και 1708μ. αντίστοιχα.
Προς τη βόρεια κατεύθυνση υπάρχει η ράχη Κρυονέρια και δυτικά η κορυφή της Τσεκούρας με υψόμετρο 1734 μ. Ο κύκλος κλίνει με τα υψώματα Προφήτης Ηλίας και Τούρλα προς τα δυτικά, νοτιοδυτικά του χωριού. Η Τούρλα έχει υψόμετρο 1311μ. Πριν από τον δεύτερο μεγάλο πόλεμο, ο Κατωχωρίτης και τα ρέματα που χύνονται σε αυτόν, τα καλοκαίρια σχεδόν ξηραίνονται επειδή τα νερά των πηγών που τα τροφοδοτούσαν χρησιμοποιούνταν ως το τελευταίο δράμι τους για το νεροπότισμα των χωραφιών που βρίσκονται ολόγυρα στις ράχες αλλά και για το πότισμα των κήπων μέσα στο χωριό. Μετά τον δεύτερο μεγάλο πόλεμο, τα χωράφια έξω από το χωριό αλλά και τα περισσότερα γιούρτια και οι κήποι μέσα στο χωριό εγκαταλείφτηκαν από τα αφεντικά τους, μένουν ακαλλιέργητα κι έτσι τα νερά των πηγών ακόμη και το κατακαλόκαιρο σέρνονται στα ρέματα, από εκει στον Κάκαβο, αυτός με τη σειρά του τα αδειάζει στον Φείδαρι και τελικά τα δέχεται στην αγκαλιά του ο Πατραϊκός Κόλπος.
Αριστερά και δεξιά του χωριού και στο ίδιο σχεδόν ύψος των 1.050 περίπου μ. βρίσκονται οι λόφοι Λακούλα από τα αριστερά και Αη Γιώργης από τα δεξιά κι ενώ η Λακούλα είναι κατάφυτη από έλατα και καστανιές, ο Αη Γιώργης σκεπάζεται από έλατα και λίγους κέδρους. Οι δυο παραπάνω λόφοι έτσι όπως ξεπετάγονται από τις δυο πλευρές του χωριού, δημιουργούν την εντύπωση πως το χωριό άπλωσε τα χέρια του για να σφίξει στην αγκαλιά του το βουνό Τριτσοβά που ορθώνεται κατακόρυφο μπροστά του σε μιαν απόσταση ως δυόμιση με τρία χιλιόμετρα που μοιάζει σαν όρθια μονοκόμματη επιτύμβια πέτρα. Παλιότερα, όσο θυμάται ο συγγραφές του παρόντος, του οποίου η μνήμη τη στιγμή που γράφονται τα λόγια τούτα φτάνει τα εβδομήντα καλοστεκούμενα χρόνια, χώρια τα νηπιακά του, το βουνό Τριτσοβά, φαίνονταν πράγματι σαν όρθια τριγωνική μονοκόμματη και καθαρή πέτρα. Όμως τα τελευταία χρόνια η καθαρότητα αυτή πιτσιλίστηκε από μελανά σημεία. Είναι οι ομάδες από έλατα που αναπτύχθηκαν όπου υπήρχε συσσωρευμένο λίγο χώμα ακόμα καις τις μικρές ή μεγάλες σχισμές του ψηλού βράχου. Αλλά ολόκληρη ή προς ανατολικά πλευρά της Τριτσοβάς φαντάζει κατάμαυρη καθώς σκεπάστηκε ολόκληρη από πυκνότατο δάσος ελάτης, που αναπτύχθηκε τα μεταπολεμικά κυρίως χρόνια.
Ολες οι κορυφές, οι ράχες κι οι πλαγιές, τα ισιώματα κι οι λαγκαδιές ολόγυρα στο χωριό, πάνω και κάτω από αυτό, στα πλάγια και μπροστά του, εκατομμύρια έλατα στέκουν ακοίμητοι φρουροί της υγείας των Ανω , Κάτω Χωρητών. Η πυκνότητα στα ελατοδάση και στα καστανοδάση της Ανω Χώρας τα μεταπολεμικά ιδίως χρόνια που έλειψε η αιγοπροβατοβοσκή, αφού και τα μεν και τα δε τα ξεκλήρισε η μετανάστευση των κατοίκων στο εσωτερικό και το εξωτερικό, είναι αφάνταστα μεγάλη. Τα έλατα κι οι καστανιές κατακάλυψαν τα πάντα και καθώς καινούργιες καστανούλες και κοντοελατάκια φυτρώνουν κάθε χρόνο, έδεσαν όλα αυτά μεταξύ τους κι έκλεισαν όλα τα περάσματα. Δρόμοι, κατσικόδρομοι και μονοπάτια πνίγηκαν στη βλάστηση κι έσβησαν από το χάρτη. Ακόμα κι οι ξώμαχοι του χωριού που πέρασαν τη ζωή τους στους λόγγους σαν τσοπάνηδες, καλλιεργητές ή ξυλοκόποι κι όσοι φυσικά εξακολουθούν να ζούνε στο χωριό, χρειάζονται όσφρηση λαγωνικού και αετίσιο μάτι για να βρούνε τα σημάδια τους. Η ανάπτυξη του ελάτου και της Καστανιάς στην περιοχή της Μεγάλης Λομποτινάς δεν έχει το ταίρι της στον ελληνικό χώρο. Ο Δασολόγος Κίλιας που μετεκπαιδεύτηκε στη Σουηδία και γύρισε το καστανοδάσος του χωριού πιθαμή προς πιθαμή για να το χαρτογραφήσει και να συντάξει υπεύθυνη διαχειριστική μελέτη για την εκμετάλλευση του, σημειώνει στη μελέτη του αυτή: « Ουδαμού της Ευρώπης συνάντησα τόσην ανάπτυξην ελάτης και καστανέας όσην εις Άνω Χώραν Ναυπακτίας ». Και πράγματι, όταν μετά τη διαχειριστική μελέτη του Κίλια και την έγκριση τής από το υπουργείο Γεωργίας με τη υπ αρ. 110841/1971 της 15.10.1958 απόφαση άρχισε ή εκμετάλλευση του καστανοδάσους και πολλοί έκοψαν σύρριζα τις γέρικες καστανιές των, μέσα σε ένα χρόνο ξεφύτρωσαν στη ρίζα κάθε κομμένης καστανιάς πάνω από 100 καινούρια βλαστάρια που το καθένα από αυτά μέσα στον ίδιο χρόνο έφτασε τα πέντε και παραπάνω μέτρα. Μέσα σε αυτό το όργιο του έλατου και της καστανιάς, του κέδρου και της φτέρης, υπάρχουν πάρα πολλές πηγές με λίγο ή πολύ νερό για το νεροπότισμα των χωραφιών γύρω στο χωριό ακόμα και για τους κήπους και τα γιαούρτια μέσα στο χωριό. Ο Σκλήθρος, η Μεγάλη Βρύση, η Κόκκινη Μηλιά, η Σύρτα, ο Φονιάς, τα Καραούλια, η Χουχλάστη, η Τσέμπικη, το Θυμέϊκο, οι Μηλιές, το Πάνω και Κάτω Μεϊλάκωμα, τα Χωράφια, τα Λινάρια, στα Πρίμπα είναι πηγές με αρκετό νερό με το οποίο πότιζαν οι Ανωχωρήτες τα χωράφια τους, χώρια οι πηγές που βρίσκονταν μέσα στα κτήματα κι ανήκαν στους ιδιοκτήτες των κτημάτων αποκλειστικά. Εξόν όλες αυτές τις πηγές υπάρχουν κι άλλες μέσα στο χωριό σαν την Μπουκουρίνου με τρεις πλουσιοπάροχους κρουνούς, η Μπαρμπάτοβα με δυο και άφθονο νερό, η Δάφνη με το απαράμιλλο νερό της κοντά στο Τσατσανέϊκο μαχαλά, αλλά κι άλλες μικρότερες πηγές όπως η Φάτς, η Μότσιου και τ Αη Νικόλα. Κοντά στην οργιαστική βλάστηση ολόγυρα στο χωριό για την οποία κάναμε λόγο παραπάνω, δεν πάει καθόλου πίσω και η βλάστηση μέσα στο χωριό. Τα άφθονα οπωροφόρα δέντρα, μηλιές, κερασιές, κορομηλιές, δαμασκηνιές, καρυδιές κι ατελείωτες αραδαριές από κλίματα, κάνουν την Ανω Χώρα καταπράσινο λιβάδι κι όπως οι τοίχοι των σπιτιών είναι κατάλευκοι απ τον ασβέστη και κατακόκκινες οι σκεπές από κεραμίδι γαλλικό, φαντάζει το χωριό απ το ξάγναντο σαν πράσινος καμβάς κεντημένος πλούσια με άσπρα και κόκκινα τριαντάφυλλα. Δεν ξέρω αν αυτή η οργιαστική βλάστηση μέσα και γύρω στο χωριό οφείλεται στο υγρό κλίμα που επικρατεί, ή αν το υγρό κλίμα χρωστάει την ύπαρξή του στο όργιο της βλάστησης. Γι αυτό ας πούνε τη γνώμη τους οι ειδικοι. Οπως και να χει το πράγμα, το βέβαιο είναι ότι και τους ζεστούς μήνες του καλοκαιριού, χρειάζεται γερόν ντύσιμο, τις απογευματινές και βραδινές ώρες, για να είναι άνετη η παραμονή στην ύπαιθρο.
Η υγρασία του χωριού , δεν υπάρχει λόγος να το κρύψουμε , είναι από τις υψηλότερες όλης της χώρας. Και μπορεί οι Λομποτιανίτες να μην την «βλέπουν», σίγουρα όμως την αισθάνονται όλοι στις κλειδώσιες, τους αρμούς και τη σπονδυλική στήλη με τα πρώτα ή έστω τα δεύτερα ..άντα. Βέβαια για τους μήνες φθινοπώρου και χειμώνα όταν έχουμε πολλά χιόνια και βροχές, καλό είναι να μην κάνουμε λόγο. Το πράγμα μάλιστα καταντάει μαρτύριο όταν ο χειμώνας κρατάει ως τον Απρίλη ακόμα και τον Μάη, οπότε οι ράχες της Σύρτας, της Κερασιάς, του Τσονάκι, του Αγιάννη, του Μακρύβαλτου κι όλος ο καστανόλογγος εξακολουθούν νά ειναι σκεπασμένοι από παγωμένα χιόνια. Τα τελευταία χρόνια, τα χιόνια δεν είναι τόσα πολλά που να δημιουργούν δυσκολίες στους μόνιμους κατοίκους του χωριού. Ενώ μετά τον τελευταίο μεγάλο πόλεμο οι χειμώνες ήταν ηπιότεροι, τα προπολεμικά χρόνια οι κάτοικοι υποχρεώνονταν να ρίχνουν τα χιόνια από τις σκεπές με το φτυάρι για να μην γονατίσουν απο το μεγάλο βάρος. Τους χειμερινούς μήνες που η θερμοκρασία πέφτει αρκετούς βαθμούς κάτω απο το μηδέν, τα νερά παγώνουν και στους τσίγκους και τις στέγες κρέμονται τα κρύσταλλα σαν χοντρά μπαστούνια με μάκρος πάνω από μέτρο.

ΣΧΟΛΗ ΛΟΜΠΟΤΙΝΑΣ.


Ελάχιστες και αποσπασματικές είναι οι πληροφορίες για την περίοδο της Τουρκοκρατίας στην Επαρχία μας, τόσο στο βόρειο τμήμα της, τα «Κράβαρα», όσο και στο νότιο, το «Βενέτικο». Είναι όμως ευχάριστο ότι η συνεχιζόμενη αρχειακή έρευνα ανακαλύπτει στοιχεία που ρίχνουν αμυδρό φως στο σκοτάδι που επικρατεί. Έτσι τα τελευταία χρόνια έχει δημοσιευθεί ένα απόσπασμα τουρκικού κατάστιχου του δεύτερου μισού του ιστ' αι. (1575) που αφορά τα τιμάρια και τους Τούρκους τιμαριώτες των Κραβάρων. Από το κατάστιχο αυτό βεβαιωνόμαστε ότι εκείνη την εποχή υπήρχαν τα παρακάτω χωριά: Αμόρανη (Καταφύγιο), Ανδρίβιστα (Κεντρική) Κάτω Λομποτινά (Κάτω Χώρα), Αράχοβα, Μερτάτοβα (Αρτοτίβα; -Αχλαδόκαστρο), Πεντινάνι (Πόδος;), Πιρτούκος (Πέρκος;), Βετολίστα (Τερψιθέα), Πετρίτσα(;), Βιλοχάνι(;), Βίλκα (Δέλγα;-Γαύρος), Περίστα, Σίμου, Πλάτανος, Απάνω Αβόρανη (Λιβαδάκι). Από ένα άλλο Τουρκοβενέτικο έγγραφο μαθαίνουμε ότι στα 1481 υπήρχαν: Κάστρο Βρομιάριν (Βρόμιαρη-Καστράκι), Ζιλιτζά (Ζηλίστα-Κυδωνιά), Αχιλλία(;). Τα παραπάνω έγγραφα είναι από τις αρχαιότερες γνωστές ιστορικές μαρτυρίες της εποχής της Τουρκοκρατίας που αφορούν την επαρχία μας. Βέβαια οι μαρτυρίες αυτές δεν αποκλείουν την ύπαρξη και άλλων χωριών στη Ναυπακτία.Επίσης διασώζονται παραδόσεις ότι ο τοπικός πληθυσμός ιδιαίτερα των Κραβάρων, για το δυσπρόσιτο του εδάφους του, ενισχύθηκε από κυνηγημένους από την Τουρκική εξουσία. Ενισχυτικές ενδείξεις των παραδόσεων αυτών είναι η ύπαρξη επωνύμων που θυμίζουν αρχοντικές βυζαντινές οικογένειες, όπως Καναβός (Λομποτινά), Ταρωνάς (Δορβιτσά), Χρυσοβέργης (Λομποτινά), Κομνηνός, Ρωμανός, Παλαιολόγης (Κοζίτσα) κ.ά. Επίσης κατά την τοπική παράδοση η Αραχοβίτικη οικογένεια των Σισμαναίων, προέρχεται από την βασιλική οικογένεια των Σισμανιδών της Βουλγαρίας.Κοντά λοιπόν στο αρχοντολόϊ φυσικό ήταν να ιδρυθούν σχολεία, κοινά (στοιχειώδη) ή ανώτερα (ελληνικά). Ίσως και στα Μοναστήρια, ιδιαίτερα στην Καβαδιώτισσα και την Αμπελακιώτισσα, να υπήρχαν κάποιοι γραμματιζούμενοι καλόγεροι ή κάποιοι εφημέριοι στα χωριά που να μάθαιναν τα Ναυπακτόπουλα ‘‘κολλυβογράμματα’’.Δυστυχώς, δεν υπάρχουν ιστορικές αποδείξεις για οργανωμένα σχολεία. Από κάποια έγγραφα έχουμε κάποιες ενδείξεις. Σε δανειστικό έγγραφο του 1757, υπογράφει στον Πλάτανο: «Διδάσκαλος Θηακός έγραψα και μαρτυρώ». Σε έγγραφο του 1795 υπογράφει κάποιος Γιωργάκης Δασκαλόπλος (γιός δασκάλου) μάλλον από τα χωριά της Πυλήνης. Ακόμα ένας Παναγιώτης Δασκάλου από Κοζίτσα υπογράφει σε ομολογία (21.2.1821), και ένας Δημήτριος Κραβαρίτης, γραμματοδιδάσκαλος δίδασκε στα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας στο Γαλαξίδι.Για τη Σχολή της Λομποτινάς , που φαίνεται ότι ήταν δημιούργημα των Προεστώτων των Κραβάρων Καναβαίων, έχουμε κάποιες ιστορικές μαρτυρίες. Ο Σάπφειρος Χριστοδουλίδης, μαθητής και πρώτος βιογράφος του Πατροκοσμά του Αιτωλού, γράφει για το δάσκαλό του: “...όταν ήτον χρόνων 20, ίσως και επέκεινα, άρχισε να διδάσκη τα Γραμματικά υποκάτω εις τον Ιεροδιάκονον Ανανίαν τον καλούμενον Δερβισάνον. Επειδή κατά τους χρόνους εκείνους άρχισε με φήμην μεγάλην το Σχολείον του Βατοπεδίου εις το Άγιον Όρος, μετέβη εις εκείνο με άλλους εδικούς του συμμαθητάς, ουκ ολίγους....”. Κατά την άποψη που επικρατεί ο Πατροκοσμάς γεννήθηκε στα 1714. Άρα γύρω στα 1734 πήγε κοντά στον Ανανία Δερβισάνο, που από άλλη πηγή γνωρίζουμε ότι διεύθυνε τη Σχολή της Λομποτινάς. Τώρα πότε ιδρύθηκε η Σχολή στη Λομποτινά δεν μπορούμε να ξέρουμε. Εκεί πάντως ο Πατροκοσμάς στην αρχή παρακολούθησε μαθήματα και αργότερα με τη σύμφωνη γνώμη του δασκάλου του Ανανία, ο οποίος παρατήρησε το θερμουργό του ζήλο, διορίστηκε ως δάσκαλος σ’ αυτή. “ Είχε δε πόθο πολύν, ο μακάριος εις την καρδίαν του εξ αρχής, έτι κοσμικός όντας ήθελε να ωφελήση και τους αδελφούς του χριστιανούς από εκείνα που εγνώριζε”, γράφει ο Χριστοδουλίδης. Πόσα χρόνια δίδαξε ο Πατροκοσμάς στη Λομποτινά δεν ξέρουμε. Η Αθωνιάδα Ακαδημία ιδρύθηκε στα 1749 και φαίνεται από τους πρώτους μαθητές της ήταν ο Κοσμάς.Πάντως παραδίδεται ότι ενδιαμέσως ο Πατροκοσμάς πήγε στο Ελληνομουσείο των Βραγγιανών, όπου συνέχισε “ανώτερες” σπουδές κοντά στον Σχολάρχη αδερφό του Χρύσανθο. Υπολογίζεται ότι ο Πατροκοσμάς έμεινε στη Λομποτινά ως μαθητής και δάσκαλος 4-6 χρόνια, ίσως μέχρι το 1738.Ο Θανάσης Νικολ. Σκαρλάτος ή Λιδωρίκης (γεν. 1788) μας δίνει στα απομνημονεύματά του τη δεύτερη ιστορική μαρτυρία για τη Σχολή της Λομποτινάς. Γράφει: “.....Η επαρχία Δωρίδος κατά την εποχήν εκείνην ήτο πολύ υποδεεστέρα, ως η των Σαλώνων κατά τα φώτα, ησχολούντο οι κάτοικοι εις τα ποίμνια και την γεωργίαν. Επειδή δε οι γονείς μου με είχον προορίσει δια το ιερατικόν σχήμα και εις την επαρχίαν μας δεν υπήρχεν Σχολείον μ’ έστειλαν εις Κράβαρα, όπου και Σχολεία υπήρχον και οι κάτοικοι περιουσίας ανεπτυγμένας είχον. Εις Λομποτινάν υπό την προστασίαν των προεστώτων Καναβαίων υπήρχον δύο σχολεία Ελληνικόν και Αλληλοδιδακτικόν, εις τα οποία εδίδασκον δύο διδάσκαλοι εκ Μεσολογγίου. Ελθών εν τη πόλει ταύτη εμαθήτευσα μέχρι τινός. Επειδή δε οι Καναβαίοι καταδιωκόμενοι υπό του Αλή έφυγον, μετ’ αυτών και οι διδάσκαλοι και τα σχολεία διελύθησαν, ένεκα τούτου οι γονείς μου με παρέλαβον και εμελέτουν ίνα μ’ αποστείλωσιν εις άλλο σχολείον....”. Ο διωγμός των Καναβαίων και η δολοφονία του Αρχιπροεστού Νικολάκη-Αναγνώστη Καναβού πιθανολογείται ότι έγιναν στα τέλη του 1800 ή στο πρώτο εξάμηνο του 1801. Άγνωστο αν η Σχολή ξανάνοιξε. Στα 1831 επί Καποδίστρια γίνεται κίνηση, για να ιδρυθούν δύο αλληλοδιδακτικά σχολεία στα Κράβαρα (Πλάτανος-Κλεπά).Δεν γίνεται λόγος για τη Λομποτινά, μολονότι ήταν έδρα του Διοικητή. Ίσως λόγω των καταστροφών και των διωγμών που είχε πάθει η Πολίχνη να μην είχε τη δυνατότητα να στηρίξη σχολείο.Από τη Λομποτινά καταγόταν ο Ιωάννης Χρυσοβέργης, φημισμένος ελληνοδιδάσκαλος. Από έγγραφο 28.12.1829 πληροφορούμαστε: “Ο Αυγουστίνος Καποδίστριας εσύστησεν εις το φρούριον της Ναυπάκτου ελληνικόν διδάσκαλον τον κύριον Ιωάννην Χρυσοβέργην, άνδρα ικανόν τοιούτου επαγγέλματος και χρηστοήθη...”. Το σχολείο λειτούργησε μόνο 15 ημέρες, γιατί ο Χρυσοβέργης απέθανε. (Λειτούργησε όπως βλέπομε σε σχετικό λογαριασμό εξόδων της σχολής στις 3.10.1829). Σε νεκρολογία για το γιό του Νικόλαο (χρονολ. θανάτου 28 Δεκ. 1850). “...Ήτο δε ο μακαρίτης υιός του κατά την καθ’ ημάς σοφίαν μεγάλου Διδασκάλου Ιωάννου Χρυσοβέργη υφ’ ω ανατραφείς και παιδευθείς την αληθινήν παιδείαν εδείχθη άξιος του σοφού πατρός του”. Παιδιά του Ιωάννη Χρυσοβέργη, που μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία στα 1817, ήταν οι :Αντώνης, Αναστάσης και Θανάσης που σκοτώθηκαν στα πεδία των μαχών κατά την επανάσταση, ο Βασίλης ο γραμματικός του Δήμου Σκαλτσά και του Καραϊσκάκη και μεταπελευθερωτικά Δικαστής, ο Παντολέων Β` Γραμματέας του Πολεμικού Κριτηρίου επί Καποδίστρια, και ο Νικόλαος στρατιωτικός και Δήμαρχος Λαμίας.Να δίδαξε άραγε ο σοφός διδάσκαλος Ιωάννης Χρυσοβέργης στη Σχολή της πατρίδας του Λομποτινάς; Προς το παρόν δεν έχουμε στοιχεία για να απαντήσουμε χωρίς επιφυλάξεις στο ερώτημα.Παρά τα λιγοστά στοιχεία μπορούμε να συμπεράνουμε ότι η Σχολή Λομποτινάς έπαιξε σπουδαίο και δημιουργικό ρόλο κατά τους σκοτεινούς χρόνους της Τουρκοκρατίας. Ήταν ένα φως μέσα στο πυκνό σκοτάδι. Τα ορεινά Κράβαρα, τα τόσο στους νεότερους χρόνους συκοφαντημένα, πέρα από την αναμφισβήτητη πολεμική τους προσφορά, είχαν σημαντική παρουσία στο πνευματικό προσκλητήριο των σκλάβων Ελλήνων για την διατήρηση του Γένους.Η Σχολή Λομποτινάς ήταν πνευματική απάντηση των Κραβάρων στα σκοτάδια της Τουρκοκρατίας. Ήταν η ζωντανή απόδειξη του πόθου των Κραβαριτών για γνώση και μάθηση και ταυτόχρονα μια πρωθύστερη αποστομωτική απάντηση στους κατοπινούς τιμητές τους...

της Ευγενίας Καραγιάννη.
Αναδημοσίευση από την Εφημερίδα "Ναυπακτιακή"