Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΩΡΙΔΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΩΡΙΔΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Το καταφύγιο στο Κροκύλειο.


Ένα καλά σημαδεμένο μονοπάτι που ξεκινά λίγο έξω από το χωριό οδηγεί μετά από 40 λεπτά εύκολης ανάβασης στη θέση «Παναγίτσα» στα 1250 μέτρα. Το ορειβατικό καταφύγιο που λειτουργεί εδώ είναι ανακαινισμένο και πλήρως εξοπλισμένο με δυνατότητα διανυκτέρευσης μέχρι και 10 ατόμων κατά τη διάρκεια όλου του χρόνου. Σαν να βρίσκεσαι σε αεροπλάνο, η θέα είτε μέσα από τη τζαμαρία του καταφυγίου είτε από το μπαλκόνι σε καθηλώνει. Στην «Παναγίτσα» φτάνει και το αυτοκίνητο από κακής ποιότητας χωματόδρομο που απαιτεί όμως μεγάλη προσοχή από τον οδηγό ειδικά αν έχει βραδιάσει και αν έχει βρέξει, ή ακόμη χειρότερα αν έχει χιονίσει. Το χιόνι έτσι κι αλλιώς κάνει την πρόσβαση δύσκολη, ακόμα και για το ίδιο το χωριό.
Η διαδρομή από το σημαδεμένο μονοπάτι συνεχίζει προς τα πάνω και τελειώνει στα 1670 μέτρα, στην κορυφή του Ξεροβουνίου, περίπου μιάμισι ώρα μετά το καταφύγιο. Τα Βαρδούσια όρη που φαίνονται ακριβώς απέναντι, τα σύννεφα που μπορεί να έρθουν πολύ κοντά σας, το γαλάζιο του ουρανού, η καθαρότητα των λιγοστών ήχων και του αέρα, θα σας ανταμείψουν για τον κόπο σας και θα σας θυμίσουν πόσο απλά όμορφη είναι η φύση γύρω μας.

Παλαιοξάρι.

Βρίσκεται στο ΒΑ τμήμα του Δήμου Ευπαλίου, στην πλαγιά της οροσειράς Τρίκορφο, δυτικά της οδού που συνδέει την Ναύπακτο με το Λιδωρίκι, της οποίας μεγάλο τμήμα διέρχεται κατά μήκος του ποταμού Μόρνου.
Καταλαμβάνει έκταση 7.600 στρεμμάτων περίπου και έχει 194 κατοίκους. Τους καλοκαιρινούς μήνες ο πληθυσμός ξεπερνάει τους 400 κατοίκους. Απέχει 19 χιλιόμετρα από την έδρα του Δήμου.
Όσον αφορά το όνομά του, οι περισσότερες ιστορικές πηγές συνηγορούν ότι είναι τουρκικής προελεύσεως και προέρχεται από την λέξη «χησάρ» που σημαίνει κάστρο δηλαδή Παλαιόκαστρο. Επί της εποχής του Αλή πασά αναφέρεται και ως «Παλιοκουστούριο».
Το Παλαιοξάρι προϋπήρχε του Άνω και Κάτω Παλαιοξαρίου (το σημερινό Παλαιοξάρι) στη θέση «Χάνια», ανάμεσα στους δυο οικισμούς στη διαδρομή της παλιάς τουρκικής δημοσιάς, η οποία συνέδεε τη Ναύπακτο με το Λιδορίκι και την Άμφισσα. Περιγραφή της διαδρομής από το Λιδωρίκι ως τη Ναύπακτο και αναφορά στον οικισμό του Παλαιοξαρίου και το ομώνυμο Χάνι σώζεται στην περιήγηση του Άγγλου Martin W. Leake (1815).
Το Παλαιοξάρι εκτεθειμένο στις ληστρικές επιδρομές του όποιου διάβαινε τη Δημοσιά, εγκαταλείφθηκε από τους κατοίκους του, οι οποίοι, πιθανώς στα μέσα στο 16ο αιώνα, δημιούργησαν δυο νέους οικισμούς, το Άνω και Κάτω Παλαιοξάρι. Οι οικισμοί αυτοί στέριωσαν τελικά στις θέσεις, όπου σήμερα βρίσκονται η Ποτιδάνεια και το Παλαιοξάρι.
Το χωριό το 1850 είχε 350 κατοίκους. Όπως όλα τα χωριά έτσι και το Παλαιοξάρι μέχρι το 1955 ήταν κατ’ εξοχή αγροτική και κτηνοτροφική περιοχή και μάλιστα η παραγωγικότερη της περιοχής γιατί είχε πολλές πηγές νερού διάσπαρτες. Μετά τον εμφύλιο, με την εσωτερική και εξωτερική μετανάστευση, άλλαξε ο τρόπος ζωής. Με την φυγή του πληθυσμού η κτηνοτροφία μειώθηκε, για να φτάσουμε στο σημερινό επίπεδο της υποτυπώδους αγροτικής απασχόλησης των ολίγων συνταξιούχων.
Έχει κλίμα υγιεινό, είναι μέσα στο πράσινο, με πολλές πηγές και άφθονες φυσικές ομορφιές και δεν έχει τίποτε να ζηλέψει από άλλα γνωστά ορεινά παραθεριστικά θέρετρα της χώρας.

Ποτιδάνεια.


Ποτιδάνεια.

Η Ποτιδάνεια (Ποτιδανία) πρώην Άνω Παλαιοξάρι, πήρε το όνομα της από την ομώνυμη αρχαία πόλη των Αποδοτών, ερείπια της οποίας σώζονται και σήμερα στον Αϊ -Νικόλα ανάμεσα στον Κάμπο και τον Παλαιόμυλο. Η πόλη πρωτοαναφέρεται στις πηγές στην εκστρατεία των Αθηναίων εναντίον των Αιτωλών το 426 π.Χ. από το Θουκυδίδη, μαζί με τις άλλους οικισμούς των Αποδοτών: το Τείχιο, το Κροκύλειο και το Αιγίτιο. Η Ποτιδανία φέρεται να ήκμασε ως πόλη του Κοινού των Αιτωλών στα τέλη του 3ου π.Χ. αιώνα περίοδο κατά την οποία έκοψε χάλκινο νόμισμα. Το όνομα της Ποτιδανίας επανεμφανίζεται πολύ αργότερα, το 1835, - μετά την συγκρότηση των πρώτων δήμων του νεοελληνικού κράτους - στο δήμο Ποτιδανίας, που είχε έδρα το Άνω Παλαιοξάρι και γεωγραφικά σχεδόν ταυτίζονταν με το σημερινό δήμο Ευπαλίου.
Ο δήμος Ποτιδανίας με την αρχική του μορφή των 16 οικισμών -1835 έως 1869 -, και τη μετέπειτα του 1869 μορφή του με τα πέντε χωριά: Άνω Παλαιοξάρι, Κάτω Παλαιοξάρι, Τείχιο, Στύλια, Περιθιώτισα και τη Μονή Βαρνάκοβας, επέζησε ως διοικητική μονάδα μέχρι την κατάργηση των δήμων το 1912. Όμως, το όνομα «Ποτιδάνεια» κληρονόμησε ο οικισμός του Άνω Παλαιοξαρίου, που το κατοχύρωσε και τυπικά με το Β.Δ. του 1940.
Το Παλαιοξάρι προϋπήρχε του Άνω και Κάτω Παλαιοξαρίου (το σημερινό Παλαιοξάρι) στη θέση «Χάνια», ανάμεσα στους δυο οικισμούς στη διαδρομή της παλιάς τουρκικής δημοσιάς η οποία συνέδεε τη Ναύπακτο με το Λιδορίκι και την Άμφισσα. Περιγραφή της διαδρομής από το Λιδορίκι ως τη Ναύπακτο και αναφορά στον οικισμό του Παλαιοξαρίου και το ομώνυμο Χάνι διεσώθη στην περιήγηση του Άγγλου Martin W. Leake (1815).Το Παλαιοξάρι εκτεθειμένο στο πλιάτσικο του κάθε ένοπλου τμήματος που διάβαινε τη Δημοσιά, εγκαταλείφθηκε από τους κατοίκους του, οι οποίοι, πιθανώς μέσα στο 16ο αιώνα, δημιούργησαν δυο νέους οικισμούς το Άνω και Κάτω Παλαιοξάρι. Οι οικισμοί αυτοί στέριωσαν τελικά στις θέσεις όπου σήμερα βρίσκονται η Ποτιδάνεια και το Παλαιοξάρι.
Το Άνω Παλαιοξάρι ήταν η πατρίδα του ονομαστού αρματολού του 18ου αιώνα Χρήστου Μηλιώνη που έδρασε ιδιαίτερα στην περιοχή του Βάλτου.
Απόσπασμα από το δημοτικό τραγούδι που αναφέρεται στο Χρήστο Μηλιώνη όπως το παρουσιάζει ο Κ. Σάθας στο Χρονικό του Γαλαξειδίου:
Τρία πουλάκια κάθονται στην ράχη στο λημέρι.
Τόνα τηράει τον Αλμυρό, τ´ άλλο κατά τον Βάλτο,
Τό τρίτο το καλλίτερο μυριολογάει και λέγει.
Κύριε μου, τι να γίνηκεν ο Χρήστος ο Μηλιώνης;
Μηδέ στο Βάλτο ΄φάνηκε, μηδέ στην κρύα βρύσι.
Μας είπαν πέρα πέρασε κ´ εμβήκε μες την Άρτα,
Κ´ επήρε σκλάβο τον κατή, μαζί με δυό αγάδες....
Όπως αναφέρει ο Γάλλος Φραγκίσκος Πουκεβίλ, το χωριό τις αρχές του 1800 είχε σαράντα οικογένειες.
Στην Επανάσταση του 1821 οι πάνω-Παλιοξαρίτες συμμετέχουν και αυτοί στην απελευθέρωση της πατρίδας. Εκατοντάδες αγωνιστές επανδρώνουν τα επαναστατικά τμήματα και παίρνουν μέρος στις πολιορκίες της Ναυπάκτου, βρίσκονται με ένοπλα σώματα μέσα κι έξω από το Μεσολόγγι στις πολιορκίες και την Έξοδο, και παίρνουν μέρος στις μάχες του Ομέρ Εφέντη του Μαυρολιθαρίου, της Αράχοβας, των Τριζονιών, της Βαρνάκοβας και αλλού. Ο παλιοξαρίτης Παναγιώτης Κονδύλης είναι ο εκπρόσωπος της επαρχίας Λιδορικίου στο πολιτικό όργανο της Ανατολικής Στερεάς τον Άρειο Πάγο. Ο παλαιοξαρίτης επίσης οπλαρχηγός Τριαντάφυλλος Αποκορίτης, με ξεχωριστό σώμα ως οπλαρχηγός της επαρχίας Μαλανδρίνου και σε κάποιες περιόδους υπό τον οπλαρχηγό της Δωρίδας Σκαλτσοδήμο, πρωταγωνιστεί επικεφαλής Παλαιοξαριτών και άλλων πατριωτών στην Επανάσταση. Άλλοι αγωνιστές όπως ο Αναγνώστης Παπαθανασίου, ο Νικόλαος παπά-Μηλιώνης, ο Γεώργιος Κονδύλης, ο Αναστάσιος Παπουτσής, έπαιξαν ξεχωριστό ρόλο στον Αγώνα. (το αριστείο ανδρείας του Νικολάου παπά - Μηλιώνη)
Μετά την απελευθέρωση το Άνω Παλαιοξάρι ως έδρα του δήμου Ποτιδανίας ήταν το μεγαλύτερο διάστημα του 19ου αιώνα κέντρο στην περιοχή. Οι δήμαρχοι Ποτιδανίας κατά κανόνα ήταν Παλαιοξαρίτες όπως και ο ένας εκ των δυο βουλευτών της επαρχίας Δωρίδας.. Από τις πρώτες βουλευτικές εκλογές το 1844 και αρκετά χρόνια μετά, βουλευτής Δωρίδας ήταν είτε ο Γεώργιος Κονδύλης του γαλλόφιλου, είτε ο Αναγνώστης Παπαθανασίου του αντίστοιχου αγγλόφιλου κόμματος.Από το 1839 στο Άνω Παλαιοξάρι λειτουργούσε τη θερινή περίοδο, το δεύτερο Ειρηνοδικείο της Δωρίδας.
Το 1936 το Άνω Παλαιοξάρι είχε 460 κατοίκους και με τον καιρό αναπτυσσόταν φτάνοντας στα τέλη του 19ου αιώνα τους 750 κατοίκους. Από τους εκλογικούς καταλόγους του 1871 φέρεται να έχει 289 ψηφοφόρους, άρρενες πολίτες άνω των 21 ετών. Σ´ αυτά τα επίπεδα πληθυσμού παρέμεινε το χωριό ως τον πρόσφατο πόλεμο.Το Δημοτικό Σχολείο του Άνω Παλαιοξαρίου ιδρύθηκε το 1837, σχολείο, που από τις αρχές του 1900 στεγάστηκε στο επιβλητικό για τα δεδομένα της περιοχής κτίριο του προγράμματος ανέγερσης σχολείων του Ανδρέα Συγγρού.
Τέλος του 19ου αρχές του 20ου αιώνα και έπειτα, με την εμπέδωση της ασφάλειας γενικότερα στον ελληνικό χώρο και τη μετατόπιση της οικονομικής δραστηριότητας της περιοχής προς τα παράλια και τα πεδινά, το Άνω Παλαιοξάρι όπως και τα άλλα ορεινά χωριά χάνει προοδευτικά τον σημαίνοντα διοικητικό ρόλο που κατείχε στην ευρύτερη περιοχή. Παραμένει όμως ακόμη και σήμερα, το χωριό επηρεασμένο από την πολιτιστική και πνευματική παράδοση της περιόδου ακμής του. Στην πρόσφατη δύσκολη περίοδο του πολέμου και της αντίστασης η Ποτιδάνεια ξανάγινε εστία πατριωτικής και πολιτιστικής αναφοράς.
Μετά τον πόλεμο και τον εμφύλιο οι Ποτιδάνειοι προσπάθησαν όσο επέτρεπαν οι δυνάμεις τους, να ανασυγκροτήσουν και να αναπτύξουν το χωριό. Ακόμη και με την προσωπική τους εργασία πάσχισαν να συνδεθούν οδικά με τις πεδινές περιοχές και τα παράλια του νομούστήριξαν την υφαντουργική μονάδα που λειτούργησε στο χωριό, αντιστάθηκαν όσο μπόρεσαν στην επερχόμενη ερήμωση της υπαίθρου....

Ποτιδάνεια.


Κωστάρτσα.

Το Διχώρι βρίσκεται ριζωμένο σε μια επίπεδη πλαγιά, στα 1200μ μιας βουνοκορφής των Βαρδουσίων. Φανταστική η θέση του σε θέα και χρώματα. Υπάρχει πλούσια βλάστηση και υγιεινό κλίμα. Στο κεφαλάρι του χωριού υπάρχει πυκνό ελατόδασος, ενώ πολλές οι υδροφόρες του ρεματιές όπως το Αγιανόρεμα, το Δεόρεμα, το Λευκόρεμα του Μαλά και άλλες. Επίσης πολλές είναι οι καστανιές του χωριού, κάποτε το χωριό ζούσε από τα κάστανα και έτσι ονομάστηκε Καστανοχώρι της ορεινής Δωρίδας.
Στην περιοχή της Κρέκιζας υπάρχει η ιστορική "Αποκλείστρα" όπου κατέφευγαν οι κάτοικοι του χωριού στα χρόνια της επαναστάσεως όταν έσπερναν το φόβο στα χωριά της Δωρίδας οι πασάδες Σκόντρα (1823), Αμπάζ(1824) και Σελιχτά(1825).
Τρεις εκκλησίες και έξι ξωκλήσια έχει το Διχώρι. Αξιόλογες είναι οι εκκλησίες, η Κοίμησης της Θεοτόκου του επάνω χωριού η οποία στα χρόνια της τουρκοκρατίας ήταν και μοναστήρι και η Αγία Παρασκευή του κάτω χωριού η οποία χρονολογήθηκε το 1728.
Από τα ξωκλήσια ενδιαφέρον αρχαιολογικό-ιστορικό παρουσιάζει ο 'Aγιος Μηνάς διότι στην περιοχή του αποκαλύφθηκε Αιτωλική πόλη Ελληνιστικής περιόδου. Εδώ βρέθηκε η επιγραφή από τιτανόλιθο σε τάφο στην περιοχή "Παλαιόσπιτα" δίπλα στο λόφο του 'Aγιου Μηνά.

Υψηλό Χωριό.


Το Υψηλό Χωριό βρίσκεται κτισμένο στα 1200μ, σε ένα επικλινές κοίλωμα, αγκαλιασμένο από βουνοκορφές όπως η Σκοτεινή (1537μ), η Τσούπα (1609μ), ο Αϊ-Νικόλας (1600μ) και είναι πνιγμένο ανάμεσα στα έλατα και τις πολλές πελώριες καρυδιές του. Η παλιά του ονομασία ήταν Νούτσομβρον.
Κατακλύζεται από πλούσια νερά, έχοντας αρκετές βρύσες όπως το Λάκκο, την Καραϊνοβρύση, την Τσερδεκλοβρύση, τη Μεγάλη Βρύση και την Αραποστοβρύση.
Δύο εκκλησίες έχει το χωριό, του Αγίου Γεωργίου που κτίστηκε το 1852 και τον 'Aγιο Νικόλαο στην κορυφή του και οκτώ ξωκλήσια σε μαγευτικές τοποθεσίες. Μεγάλη η ιστορία και η συμμετοχή του στους αγώνες ενάντια στην Τουρκοκρατία .

Άβορος.

Ο Άβορος, είναι χωριό του νομού Φωκίδας στην Επαρχία Δωρίδος. Ανήκει στον δήμο Λιδωρικίου. Βρίσκεται σε υψόμετρο 750 m και οι εγγεγραμμένοι κάτοικοι της κοινότητας είναι 110. Σύμφωνα με το οδοιπορικό του Κυριάκου Παπαγεωργίου ο οικισμός είναι κτισμένος σε δασωμένη κόγχη απέναντι από τις παρυφές της Γκιώνας και των Βαρδουσίων. Βρίσκεται δε σε διαμάχη με το χωριό Κροκύλιον, διεκδικώντας την καταγωγή του στρ. Μακρυγιάννη. Το χωριό περιβάλλεται από δάση με δρυς, πουρνάρια, καστανιές κ.λ.π. και έχει θέα προς τη λίμνη του Μόρνου. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το τριήμερο πανηγύρι του χωριού στις 15 Αυγούστου. Τη δεύτερη μάλιστα ημέρα συνεχίζουν και διατηρούν το διασκεδαστικό έθιμο με τα κολοκύθια.

Περιθιώτισσα.

Η Περιθιώτισσα (ή Περιθεώτισσα), είναι οικισμός της επαρχίας Δωρίδας, του νομού Φωκίδος. Έχει 51 κάτοικους . Βρίσκεται 105 χλμ. δυτικά της Άμφισσας, στις βόρειες πλαγιές του όρους Τρίκορφα, σε υψόμετρο 710. Όμορφο χωριό, κτισμένο σε μια καταπληκτική πλαγιά του Τρικόρφου με θέα προς την Ανατολή. Γύρω από το χωριό υπάρχουν πυκνά δάση από έλατα και βελανιδιές. Στο κέντρο του χωριού δεσπόζει ο αιωνόβιος πλάτανος, έχοντας δίπλα του δροσερό πηγαίο νερό.

Μονή Βαρνάκοβας.

Ιδρύθηκε το έτος 1077 από τον 'Oσιο Αρσένιο τον Βαρνακοβίτη και είναι αφιερωμένο στην Υπεραγία Θεοτόκο (Κοίμηση). Το αγάπησαν και το προστάτεψαν οι Κομνηνοί, οι Παλαιολόγοι και ο Καποδίστριας. Στην Μονή λειτούργησε κρυφό σχολειό από το 1520 έως το τέλος περίπου του 19ου αιώνα.Το 1821 ήταν ορμητήριο Καπεταναίων της περιοχής.Ανάμεσα στις οσιακές μορφές που εμόνασαν εκεί διακρίνονται εκτός του ιδρυτή Οσίου Παρθενίου, ο 'Oσιος Δαυίδ ο της Ευβοίας, οι Δάσκαλοι Καλλίνικος και Καβάσιλας, ο ήρωας μοναχός Θεοχάρης κ.α.Σε έγγραφο του 1212μ.Χ. αναφέρονται 96 Ιερομόναχοι.Σήμερα ο επισκέπτης της Μονής θα βρει φιλοξενία από την γερόντισσα Θεοδοσία και την αδελφότητα των 10 μοναχών γυναικών και θα εμβιώσει το ιερό ρίγος προσκυνώντας την εικόνα της Παναγιάς.

Ιστορία.
Η Ιερά Μονή Παναγίας Βαρνάκοβας, αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου, είναι ένα από τα ιστορικότερα Μοναστήρια της Ελλάδας. Ιδρύθηκε κατά τη μεσοβυζαντινή περίοδο, το έτος 1077, από τον Όσιο Αρσένιο τον Βαρνακοβίτη και γρήγορα ανεδείχθη σε θρησκευτικό κέντρο μεγάλης ακτινοβολίας, θέση που διατηρεί μέχρι και σήμερα, αποκαλούμενη ως "η Αγία Λαύρα της Ρούμελης". Το χαρακτηριστικό της όνομα, Βαρνάκοβα ή Βερνίκοβα (ή Βερνίκωβα), είναι πιθανόν σλαβικής (σερβικής ή ρωσικής) προέλευσης.
Η Μονή βρίσκεται στο νοτιοδυτικό άκρο του νομού Φωκίδας, στο Δήμο Ευπαλίου, 25 περίπου χιλιόμετρα βορειοανατολικά της Ναυπάκτου, στον παλαιό δρόμο του Λιδωρικίου. Είναι κτισμένη πάνω σε έναν μικρό λόφο στις παρυφές των Βαρδουσίων Ορέων και σε υψόμετρο 750 περίπου μέτρων, ανάμεσα σε πυκνό δάσος από δρυς και αγριοκαστανιές, με πλουσιότατη θέα προς την ορεινή Ναυπακτία, τη Δωρίδα, το Όρος Γκιώνα και τον ποταμό Μόρνο.
Ανάμεσα στα αξιοθέατα μεγάλου αρχαιολογικού και θρησκευτικού ενδιαφέροντος της Βαρνάκοβας, δεσπόζει η εικόνα της Παναγίας, η οποία χρονολογείται από κτίσεως του ναού. Η εικόνα φέρει εμφανές ράγισμα κατά μήκος του προσώπου της Θεοτόκου, το οποίο σύμφωνα με αυτόπτες μάρτυρες δημιουργήθηκε από τοπικό σεισμό που συνέβη στις 15 Αυγούστου 1940, την ώρα του τορπιλισμού του ευδρόμου Έλλη στην Τήνο.
Όπως αναφέρει η κτητορική επιγραφή, η Μονή ιδρύθηκε το 1077, επί αυτοκράτορος Μιχαήλ Ζ' Δούκα (ή Παραπινάκη) (1071-1078) και Οικουμενικού Πατριάρχου Κοσμά Α' Ιεροσολυμίτου (1075-1081). Ιδρυτής της ήταν ο Όσιος Αρσένιος ο Βαρνακοβίτης, μοναχός καταγόμενος από την Καρυά Δωρίδας. Επί αυτοκράτορος Αλεξίου Α' Κομνηνού (1081-1118) και Οικουμενικού Πατριάρχου Νικολάου Γ' Κυρδινιάτη (ή Γραμματικού) (1084-1111), ολοκληρώνεται η κατασκευή του μοναστικού συγκροτήματος, ενώ ιδρύεται δεύτερος και μεγαλοπρεπέστερος ναός το 1148. Εν τω μεταξύ η Μονή κατέχει αρκετά μετόχια στην γύρω περιοχή, με μερικά από αυτά να προέρχονται από αφιερώσεις των Κομνηνών, γεγονός που μαρτυρεί την ακτινοβολία της εκείνη την περίοδο. Στις αρχές του 13ου αιώνα, όπως αναφέρεται στο κτητορικό της Μονής για το έτος 1212, ζούσαν στη Βαρνάκοβα 96 ιερομόναχοι και διάκονοι, ενώ η περιουσία του Μοναστηριού ήταν μεγάλη, ανάλογη του κύρους του.
Μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους, το 1204, το Μοναστήρι τέθηκε υπό το Δεσποτάτο της Ηπείρου (1204-1359) και παρέμεινε εντεταγμένο σε αυτό για όσο το Δεσποτάτο υπήρχε (δηλαδή ως το 1359, οπότε και ενσωματώθηκε στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία).
Οι Κομνηνοί, άρχοντες του Δεσποτάτου, αγάπησαν τόσο πολύ την Παναγία τη Βαρνάκοβα, ώστε μερικοί εξ αυτών επέλεξαν το Καθολικό της Μονής ως τόπο ενταφιασμού τους. Μάλιστα, τουλάχιστον δύο από αυτούς έγιναν μοναχοί: ο Αλέξιος, με το όνομα Ακάκιος, ο κάποτε ηγούμενος, και ο πατέρας του Εμμανουήλ, με το όνομα Ματθαίος. Το 1919, ο αρχαιολόγος Αναστάσιος Ορλάνδος ανακάλυψε τους τάφους τους κάτω από το δάπεδο του εσωνάρθηκα, ενώ σώζονται μέχρι σήμερα στη Μονή οι επιτύμβιες πλάκες.
Ανάλογη με τους Κομνηνούς εύνοια προς το Μοναστήρι λέγεται πως επέδειξαν και οι τελευταίοι αυτοκράτορες του Βυζαντίου, οι Παλαιολόγοι.
Μετά το τέλος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, προς τα τέλη του 15ου αιώνα, η παράδοση θέλει τη Μονή να πυρπολείται μερικώς και κατόπιν να γνωρίζει παρακμή. Η Βαρνάκοβα, πάντως, επανέρχεται στην Ιστορία λίγα χρόνια αργότερα, το 1520, όταν ηγούμενός της αναλαμβάνει ο Όσιος Δαυίδ (1520-1532). Η Μονή γνωρίζει τότε σημαντική ακμή, ενώ εκεί λειτουργεί, από τις αρχές του 16ου αιώνα (πριν από το 1550) και ως το 1900, περίφημο Κρυφό Σχολειό σε επίπεδο Σχολαρχείου.
Ακολουθεί έπειτα δύσκολη περίοδος, καθώς οι Τούρκοι κλέβουν την περιουσία του Μοναστηριού, το οποίο μετά λεηλατείται στα πλαίσια διενέξεων Τούρκων και Βένετων (1687-1699). Σε μία περίοδο διαδοχικών εχθροπραξιών, η Βαρνάκοβα κατορθώνει να συντηρείται χάρη αφ' ενός στη χρήση διπλωματίας του τότε ηγουμένου Ιακώβου, αφ' ετέρου στις καλές σχέσεις της με τους Βένετους, οι οποίοι κατείχαν ακόμη τη Ναύπακτο, κοντά στην οποία ανήκαν τα περισσότερα κτήματά της.
Στην περίοδο της Τουρκοκρατίας, η Μονή διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο ως εθνικό και πατριωτικό κέντρο. Υπήρξε κρησφύγετο-ορμητήριο πολλών Κλεφτών και Αρματωλών της γύρω περιοχής (λ.χ. Δήμος Σκάλτσας ή Σκαλτσοδήμος, Κωνσταντάρας ή Ζαχαριάς, Καλύβας κ.ά.), ενώ δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις που ενεπλάκη σε ένοπλη αντιπαράθεση με τους Τούρκους, λόγω της φιλοξενίας κυνηγημένων Ελλήνων οπλαρχηγών.
Κατά το έκτο έτος της επανάστασης (1826), λίγες εβδομάδες μετά την Άλωση του Μεσολογγίου, δύναμη 4.000 Τούρκων του Κιουταχή, προελαύνοντας προς τα ανατολικά, πολιορκεί την Βαρνάκοβα. Ηγούμενος είναι τότε ο Κοσμάς Θεοχάρης. Μαζί με τους μοναχούς, μέσα στο μοναστήρι βρίσκονται αρκετοί οπλαρχηγοί της περιοχής και όχι μόνο (π.χ. Κίτσος Τζαβέλας). Η πολιορκία κρατάει ημέρες, ωστόσο οι Τούρκοι αδυνατούν να καταλάβουν το μοναστήρι. Ύστερα από επανειλημμένες προσπάθειες εκπόρθησης των οχυρώσεών του χωρίς επιτυχία, αποφασίζουν μυστικά να σκάψουν υπόγεια, κάτω από τη Μονή, με σκοπό να την ανατινάξουν. Το μυστικό τους προδίδεται στους μοναχούς από έναν Αλβανό και στις 26 Μαΐου αποφασίζεται έξοδος, η οποία και πραγματοποιείται, με απώλεια δύο μοναχών και ενός λαϊκού. Η Βαρνάκοβα, έπειτα, ανατινάζεται, για να ξαναχτιστεί μετά από πέντε χρόνια, το 1831, με (μάλλον προσωπική) επιχορήγηση 1.800 φοινίκων από τον Ιωάννη Καποδίστρια, ο οποίος θεωρείται και δεύτερος κτήτωρ της Μονής.
Με την σύσταση του νεοελληνικού κράτους, λειτουργεί ξανά, χωρίς να έχει την ίδια περιουσία, ούτε την ίδια έκταση, όπως άλλοτε. Μετά το 1985 η Μονή θα ερημωθεί, αλλά από το 1992 και έπειτα επαναλειτουργεί από γυναίκες μοναχές, με επικεφαλής την ηγουμένη Θεοδοσία Ανδρικοπούλου.
Από την κτίση της μέχρι και σήμερα, η Παναγία Βαρνάκοβα πιστεύεται πως έχει στο ενεργητικό της πλήθος θαυμάτων, μερικά εκ των οποίων καταγράφονται σε βιβλία που έχει εκδόσει η ίδια η Μονή.
Αρχιτεκτονική.
Ο σημερινός ναός είναι τρίκλιτος βασιλική με τρούλο, αμφικλινής, κεραμοσκεπής, κτισμένος δια λαξευτών λίθων, ενώ εξωτερικά, στα δεξιά της εισόδου του, υπάρχει δίλοβο κωδωνοστάσιο. Ο νάρθηκας και ο κυρίως ναός διαιρούνται σε τρία κλίτη από δύο σειρές κιόνων, μεταξύ των οποίων ξεχωρίζουν οι κίονες του εξωνάρθηκα ως μοναδικοί σωζόμενοι από τον παλαιό ναό. Το δάπεδο αποτελείται στο μεγαλύτερο μέρος του από θαυμάσια μαρμαροθετήματα του 11ου αιώνα, τα οποία είναι και το μοναδικό στοιχείο διακόσμησης που διασώζεται, καθώς οι τοιχογραφίες και το ξυλόγλυπτο τέμπλο χρονολογούνται από τον 19ο αιώνα και συγκεκριμένα από την περίοδο 1831-1838, κατά την οποία ανοικοδομήθηκε εκ βάθρων ο ναός.

Γρανίτσα.

Διακόπι (Γρανίτσα).

Απλωμένο στους πρόποδες των Βαρδουσίων και σε υψόμετρο 600-760 μέτρων, το Διακόπι βρίσκεται ανάμεσα σε δύο μικρές βουνοκορφές, της Παναγίας και του Προφήτη Ηλία, ενώ στα πόδια του απλώνεται η τεχνητή λίμνη του Μόρνου. Συνορεύει με τα χωριά Κάλλιο, Κλήμα και Δάφνος.
Η αρχική θέση του χωριού βρισκόταν περίπου ένα χιλιόμετρο βορειότερα, στην τοποθεσία "παλαιοχώρια" από την οποία οι κάτοικοι μεταφέρθηκαν σταδιακά στη σημερινή του θέση λόγω του ηπιότερου κλίματος και των τρεχούμενων νερών. Για το λόγο αυτό, ορισμένες πηγές πιθανολογούν οτι το πρώτο όνομα που παίρνει το χωριό είναι Παλαιοχώρι ενώ σύμφωνα πάλι με άλλες, ο οικισμός αρχικά ονομάζεται Τετράπολη επειδή τα σπίτια του δε βρίσκονται συγκεντρωμένα αλλά διασκορπισμένα σε τέσσερα σημεία. Το όνομα όμως με το οποίο σίγουρα καθιερώνεται και "αντέχει" ως τις 9.9.1927 - ημερομηνία μετονομασίας του σε Διακόπι [ΦΕΚ 261/1927] - είναι Γρανίτσα.
Τα χρόνια της επανάστασης του 1821 βρίσκουν τη Γρανίτσα, όπως και τα γύρω χωριά, να δικιμάζονται σκληρά από τις τουρκικές διώξεις. Συχνά καταφύγιο αλλά και σημαντικός τόπος δράσης για τους εξεγερμένους, τα Βαρδούσια (μέσα στις λεγόμενες αποκλείστρες). Λέγεται συγκεκριμένα οτι οι κάτοικοι έβρισκαν κατά κύριο λόγο καταφύγιο στην Σπηλιώτισσα, η οποία βρίσκεται πάνω από το Μαναστήρι της Αγίας Μαρίνας, στην κορυφή του βουνού.
Από τα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια, ο πληθυσμός της αυξανόταν συνεχώς και η Γρανίτσα μαζί με την Αρτοτίνα αποτελούν τα "κεφαλοχώρια" της περιοχής. Ο αριθμός των κατοίκων (που εκείνη την εποχή λέγεται οτι έφτανε τους 1600 περίπου) πρέπει να ήταν και ο κύριος λόγος για τον οποίο κατά τη διοικητική διαίρεση του 1869 η Γρανίτσα, γίνεται πρωτεύουσα του Δήμου Υαίας στο οποίο ανήκουν και τα χωριά: Κλήμα, Τριβίδι, Κονιάκος, Λούτσοβος, Βοστίνιτσα [ΦΕΚ 57/31-12-1869]. Μετά το 1921, η Γρανίτσα αποτελεί πιά ξεχωριστή κοινότητα μέχρι το 1927 που μετονομάζεται σε Διακόπι. Σύμφωνα με τους παλαιότερους, το όνομα απότελεί φόρο τιμής από τους Γρανιτσιώτες στον ήρωα Αθανάσιο Διάκο που έδρασε και διέμεινε στην περιοχή κατά την περίοδο της επανάστασης.
Οι δεκαετίες που ακολουθούν αναγκάζουν ολόκληρη την περιοχή της Ορεινής Δωρίδας να μετρά συνεχώς τις πληγές της. Ο Πόλεμος ενάντια στους Γερμανούς θα "αποδεκατίσει" τα ορεινά αυτά χωριά ενώ αρκετές από τις μαύρες σελίδες του εμφυλίου θα γραφτούν πάνω στα βουνά της.