Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΙΤΩΛΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΙΤΩΛΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Μεσολόγγι.

Πρωτεύουσα του νομού Αιτωλοακαρνανίας, με 18.000 κατοίκους σύμφωνα με την τελευταία απογραφή, το Μεσολόγγι είναι μια αναπάντεχα γοητευτική πόλη. Κτισμένη στην είσοδο του Πατραϊκού κόλπου, ανάμεσα στις εκβολές των ποταμών Ευήνου και Αχελώου, πλάι στη λιμνοθάλασσα που αποτελεί σημαντικό υγροβιότοπο, με σπάνια χλωρίδα και πανίδα, ιχθυοπαραγωγικό κέντρο και κέντρο παραγωγής αλατιού, δεν είναι μόνο η πόλη με τη βαριά ιστορική κληρονομιά, αλλά η σύγχρονη πόλη με την έντονη πνευματικότητα και αλλά και τη φρεσκάδα που χαρίζει ο νεαρόκοσμος των φοιτητών που σπουδάζει στις σχολές των ΤΕΙ της πόλης.
Υπάρχουν πολλές εκδοχές για την ονομασία του Μεσολογγίου. Ο Κ. Παλαμάς το ονομάζει Μισολόγγι. Ο Σ. Τρικούπης - ιστορικός, λογοτέχνης, ρήτορας και πολιτικός (πρώτος πρωθυπουργός της Ελλάδας στην κυβέρνηση Καποδίστρια), υποστηρίζει ότι προέρχεται από το "μέσου-λόγγος", ενώ η επικρατέστερη εκδοχή είναι του δικηγόρου Τηλέμαχου Κωστάκη, που υποστηρίζει ότι προέρχεται από το ιταλικό "mezzo-laghi" που σημαίνει αυτό που είναι ανάμεσα σε λίμνες. Και πράγματι το Μεσολόγγι ήταν χτισμένο πάνω σε τρεις νησίδες που η επικοινωνία μεταξύ τους γινόταν με πλοιάρια και μονόξυλα και γι' αυτό άλλωστε το 1650 το ονόμαζαν μικρή Βενετία.
Η πρώτη επαφή του επισκέπτη με την Ιερή Πόλη του Μεσολογγίου (όπως ανακηρύχτηκε στις 22 Απριλίου του 1937 με απόφαση του Γεωργίου του Β', που όρισε την Κυριακή των Βαΐων ημέρα εθνικού εορτασμού της επετείου της εξόδου), περνά από την ανατολική Πύλη που είναι και η είσοδος της πόλεως, της οποίας τα τείχη έγιναν την εποχή του Όθωνα, και συναντά τον Κήπο των Ηρώων.
Περπατώντας στα δρομάκια της πόλης ανακαλύπτεις μικρούς θησαυρούς, όπως παλιά γραφικά καφενεδάκια, που ευτυχώς η εξέλιξη άφησε ανέπαφα. Μνημεία θύμησης άλλης εποχής, όπου με το καφεδάκι και το ουζάκι με το φτωχικό μεζέ - λίγη ντομάτα, ελιά, τυρί, ίσως και κάνα άγριο αγκιναράκι - οι συζητήσεις δίνουν και παίρνουν και στα πηγαδάκια εξακολουθούν να βρίσκονται οι "λύσεις" στα μεγάλα προβλήματα της Ελλάδας.
Κέντρο της πόλης η πλατεία Μάρκου Μπότσαρη με το παλιό δημαρχείο το οποίο φιλοξενεί το Μουσείο Ιστορίας και Τέχνης. Το μουσείο αυτό περιλαμβάνει προσωπογραφίες οπλαρχηγών και φιλελλήνων, νομίσματα, μετάλλια και όπλα, αυθεντικές γκραβούρες του 1837, έργα του άγγλου Friedel, τις προτομές των πέντε Μεσολογγιτών πρωθυπουργών (Σπυρίδων Τρικούπης, Ζηνόβιος-Ζαφείριος Βάλβης, Δημήτριος Βάλβης, Επαμεινώνδας Δεληγιώργης και Χαρίλαος Τρικούπης), αυθεντικούς πίνακες και αντίγραφα έργων μεγάλων ζωγράφων, Ελλήνων και ξένων, με θέμα το ηρωικό Μεσολόγγι. Άλλωστε δεν ήταν λίγοι οι καλλιτέχνες στην Ελλάδα αλλά και στον υπόλοιπο κόσμο που δημιούργησαν αριστουργήματα επηρεασμένοι από τη θυσία του Μεσολογγίου.
Πολλοί συνδέουν το Μεσολόγγι μόνο με τα γεγονότα της Επανάστασης του 1821 και την Έξοδο του 1826. Εξ' άλλου στις σχετικές ιστορίες αναφέρεται η δημιουργία της πόλης από πειρατές και ψαράδες Έλληνες και ξένους κατά τον 16ο αιώνα. Έτσι πάρα πολλοί νομίζουν, ότι η πόλη ιδρύθηκε σε μια περιοχή έρημη και ακατοίκητη έως την εποχή εκείνη. Η αλήθεια όμως είναι εντελώς διαφορετική. Η περιοχή που περικλείεται από την λιμνοθάλασσα του Μεσολογγίου και Αιτωλικού στον νότο, το όρος Αράκυνθος στον βορρά, τον Εύηνο στα ανατολικά και τον Αχελώο στα δυτικά είναι μια από τις αρχαιότερες κατοικημένες περιοχές του Ελληνικού χώρου. Οι Κουρήτες και οι Αιτωλοί ήταν οι παλιοί κάτοικοι της περιοχής, που από την πρώϊμη αρχαιότητα είχε το όνομα Αιτωλία.
Στην περιοχή όπου σήμερα υπάρχουν οι πανέμορφες πόλεις Μεσολόγγι και Αιτωλικό, στην αρχαιότητα άκμαζαν η Καλυδώνα και η Πλευρώνα, πόλεις πανελλήνια γνωστές. Η ζωή στην περιοχή δεν σταμάτησε ποτέ και αυτό μαρτυρείται από τα πολυάριθμα μνημεία της αρχαιότητας, των Ελληνιστικών χρόνων, των Ρωμαϊκών και Βυζαντινών χρόνων και της Τουρκοκρατίας. Η περιοχή νότια του Αράκυνθου ήταν η παλιά Αιτωλία με δύο σημαντικές και πανελλήνια γνωστές πόλεις. Γεννάρχης της χώρας ήταν ο Αιτωλός, του οποίου οι δύο γυιοί, ο Καλυδώνας και ο Πλευρώνας έκτισαν τις δύο ομώνυμες πόλεις. Απόγονοι τους ήταν ο Οινέας (από την Καλυδώνα) και η Αλθαία (από την Πλευρώνα). Παιδιά τους ήταν και ο Μελέαγρος και η Δηϊάνειρα. O Οινέας καλλιέργησε για πρώτη φορά στην Ελλάδα την άμπελο και βασίλευσε σε μια περιοχή με πλούσιες καλλιέργειες. Εκεί οργανώθηκε το κυνήγι του Καλυδώνιου Κάπρου, στο οποίο έλαβαν μέρος ήρωες από όλη την Ελλάδα. Ο Μελέαγρος έλαβε μέρος και στην Αργοναυτική Εκστρατεία μαζί με τον θείο του τον Ίφικλο. Στην ίδια εκστρατεία έλαβε μέρος και ο Αγκαίος από την Πλευρώνα, που μάλιστα ήταν ο δεύτερος κυβερνήτης της Αργούς. Η Δηϊάνειρα παντρεύτηκε τον Ηρακλή, που για χάρη της πολέμησε με τον Αχελώο και τον νίκησε. Τέλος, στον Τρωϊκό Πόλεμο έλαβαν μέρος και ο Θόας εγγονός του Οινέα από την Αλθαία αλλά και ο Διομήδης εγγονός του Οινέα από τον δεύτερο γάμο του (με την Περίβοια). Όλοι αυτοί οι ωραίοι και πανελλήνια γνωστοί μύθοι, που σχετίζονται με την ζωή των ηρώων της περιοχής μαρτυρούν την ισχύ της Καλυδώνας και της Πλευρώνας και τις στενές σχέσεις τους με τις ισχυρές πόλεις της υπόλοιπης Ελλάδας.
Στην Αιτωλία, έζησαν από τα πολύ αρχαία χρόνια ένα μεγάλο πλήθος λαών - Προελληνικοί λαοί, Πρωτοαχαιοί, Αχαιοί, Δωριείς. Αυτό αποδεικνύεται κυρίως από τα αρχαία ερείπια και υπολείμματα, που υπάρχουν σε όλο τον τόπο, αλλά και από τα υδρωνύμια Αχελώος, - Eνοχος που περιέχουν τη ρίζα AKW(αχ) της Γραμμικής Β' - που σημαίνει νερό. Οι αρχαίοι αυτοί λαοί ασχολούνταν κυρίως με την κτηνοτροφία και τη γεωργία, ενώ οι σχέσεις τους με τη λιμνοθάλασσα ήταν περιέργως περιορισμένες κυρίως στην πειρατία και στις επιδρομές. Οι Αιτωλοί άλλωστε χαρακτηρίζονται "επιθετικοί, ληστρικοί, πολιτικά φιλόδοξοι, ατίθασοι......".

Περίπου το 314 π.Χ. δημιουργήθηκε η Αιτωλική Συμπολιτεία και αρχικά περιλάμβανε την αρχαία Αιτωλία και την Επίκτητο, τους δυτικούς δηλαδή πρόποδες της Πίνδου. Από το 280 π.χ. και ύστερα, η Συμπολιτεία εκτείνεται από την Μακεδονία και την Hπειρο, ως την Αθήνα και τη Βοιωτία. Η πολιτειακή τους οργάνωση είναι από τις τελειότερες της Ελλάδας. Δεν θα τα καταφέρουν όμως να αποκρούσουν τους Ρωμαίους, αρχικά απασχολημένοι και αργότερα εξαντλημένοι από τους αγώνες κατά των Μακεδόνων. Η γεωργία και η κτηνοτροφία στηρίζουν την οικονομία τους, ενώ οι τάξεις αποτελούνται από ισχυρές οικογένειες και πολλούς φτωχούς καλλιεργητές και κτηνοτρόφους, όχι όμως από δούλους, πένητες ή δουλοπάροικους.
Η περιοχή του Μεσολογγίου γίνεται Ενετική από το 1204 μ.χ. Το Μεσολόγγι και το Αιτωλικό προσφέρουν, με τις λιμνοθάλασσές τους, ασφάλεια στους Βενετούς. Η στρατηγική του θέση αναδεικνύει το Ρίο Αντίρριο σε "μάτι της Ανατολής". Η οικονομία του πλέον σταματά να περιορίζεται σε γεωργία και κτηνοτροφία καθώς αναπτύσσεται το εμπόριο. Η μεγάλη ακμή όμως παρουσιάζεται την περίοδο 1740-1770. Εμπορικό και Ναυτικό κέντρο, διαθέτει 75 καράβια (ενώ το σύνολο των Ελληνικών είναι 615). Η πτώση της Βενετίας (1797) ήταν μεγάλο πλήγμα για την περιοχή, αλλά παρόλα αυτά οι αρχές του 19ου αιώνα σημαίνουν την αναγέννηση. Η πλήρης αξιοποίηση του φυσικού πλούτου οδηγεί στην ενδυνάμωση της πόλης, ενώ η σύντομη αποδυνάμωσή της οφείλεται κυρίως στη ληστρική πολιτική του Αλή Πασά.
Σημαντικότατο ρόλο έπαιξε το Μεσολόγγι κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα των Ελλήνων. Μετά τη μάχη του Πέτα, οι Τούρκοι κατευθύνθηκαν στο Μεσολόγγι του οποίου η στρατηγική θέση εξασφάλιζε τον έλεγχο της Πελοποννήσου για όποιον το κατακτούσε. Η πρώτη σημαντική απειλή ήρθε την 20η Ιουλίου 1822 από τη θάλασσα, όταν έφτασε ενωμένος τουρκικός και αιγυπτιακός στρατός υπό τις διαταγές του Χασάν Πασά με 84 καράβια. Μετά από την πρώτη αποτυχημένη επίθεση οι Έλληνες ξεκινούν διαπραγματεύσεις με διαμεσολαβητή τον Βαρνακιώτη (ο οποίος στη συνέχεια λέγεται ότι «προσκύνησε» τους Τούρκους) με τον Ομέρ Βρυώνη. Η πόλη προστατευόταν από το «φράχτη» το χωμάτινο ανάχωμα που είχε κατασκευάσει ο Αθ. Ραζηκώτσικας και από την έξω μεριά με μια τάφρο πλάτους 2μ., βάθους 1,20 μ. και μήκους 1600 μ. Κατά μήκος του φράχτη παρατάχτηκαν 350 άνδρες από το Μεσολόγγι και 500 Αιτωλικιώτες. Πάνω στο τείχος υπήρχαν ακόμη 14 κανόνια και 2 τουρκικά που είχαν πάρει καθώς και μπαρούτι για ένα μήνα.
Στις 21 Οκτωβρίου φτάνουν στην πόλη ο Κίτσος Τζαβέλας και ο Μπότσαρης με λίγους άνδρες και στη σύσκεψη που ακολούθησε με τον Μαυροκορδάτο αποφασίζουν «αγώνα μέχρις εσχάτων».Την αποτυχία της τουρκικής επίθεσης των 11.000 ανδρών διαδέχτηκαν διαπραγματεύσεις οι οποίες έδωσαν πολύτιμο χρόνο στους Μεσολογγίτες για να οργανώσουν την άμυνά τους και στους Υδραίους να προλάβουν να στείλουν στις 8 Νοεμβρίου επτά καράβια για να βοηθήσουν το Μεσολόγγι.
Οι Τούρκοι όρισαν την επίθεση ανήμερα των Χριστουγέννων του 1822, με σκοπό να βρουν τους Έλληνες απροετοίμαστους λόγω της γιορτής. Την παραμονή της επίθεσης, ο Κωνσταντίνος Γούναρης από τα Γιάννενα, ο Έλληνας γραμματέας του Ομέρ Βρυώνη, του οποίου τη γυναίκα και τα παιδιά είχαν όμηρους οι Τούρκοι στην Άρτα, πρόδωσε το σχέδιο στους Έλληνες κι έτσι όταν επιτέθηκαν οι Τούρκοι βρήκαν άντρες και γυναίκες σε κάθε προμαχώνα να αντιστέκονται ηρωικά. Έτσι οι Έλληνες πήραν τη νίκη, ενώ ο Γούναρης μετά τη σφαγή της οικογένειάς του καλογέρεψε στο μοναστήρι της Κλεισούρας.
Στα χρόνια που μεσολάβησαν ανάμεσα στις δύο πολιορκίες, οργανώνεται η οχύρωση της πόλης με άνοιγμα μεγάλης τάφρου, που ανατέθηκε στον Ιταλό φιλέλληνα μηχανικό Πέτρο Κοκκίνη, και με 48 κανόνια. Έχοντας τελεσίγραφο του Σουλτάνου ο Κιουταχής με 35.000 στρατό, στρατοπεδεύει έξω από το Μεσολόγγι τέλος Απριλίου του 1825. Μέσα στο Μεσολόγγι βρίσκονταν περίπου 4.500 Έλληνες μαχητές. Στη θάλασσα ο στόλος του Μαχμούτ Πασά περιπολεί και εφοδιάζει τους Τούρκους με τρόφιμα και πολεμοφόδια συνεχώς. Τον Ιούνιο ο Κιουταχής διατάζει γενική έφοδο η οποία αντικρούεται με πάθος. Βλέποντας την ηρωική αντίσταση ο Κιουταχής επιχειρεί διαπραγματεύσεις για να πετύχει συνθήκη, κάτι που οι Έλληνες αρνούνται. Η πολιορκία συνεχίζεται και οι Έλληνες, αν και χωρίς τροφή και πολεμοφόδια, εξακολουθούν να αντιστέκονται και προκαλούν το θυμό του Σουλτάνου που απειλεί να του «πάρει το κεφάλι αν δεν πέσει το Μεσολόγγι».
Το Δεκέμβριο του 1825 ο Ιμπραήμ Πασάς πολιορκεί το Μεσολόγγι και αφού αποτυγχάνει, επιζητεί τη συνεργασία του Κιουταχή. Η κατάσταση όμως για τους Έλληνες χωρίς προμήθειες γίνεται όλο και πιο απελπιστική, καθώς ο λιμός και οι αρρώστιες είναι πλέον γεγονός. Ο Μιαούλης αδυνατεί να εφοδιάσει τους μαχητές κι έτσι αποφασίζεται η Έξοδος τη νύχτα της 10ης Απριλίου του 1826.
Κατασκευάστηκαν τρεις κινητές γέφυρες που στήθηκαν σε ισάριθμα σημεία. Σε αυτές μοιράστηκαν όσοι θα εξέρχονταν, ενώ οι ανήμποροι μαζί με όσους επέλεξαν να πεθάνουν κοντά τους, κατέλαβαν τα ανθεκτικότερα κτίρια μαζί με πυρομαχικά για να πολεμήσουν μέχρις εσχάτων. Πριν την Έξοδο μεταλαμβάνουν των Αχράντων Μυστηρίων και καίνε ό,τι περιττό. Λίγο πριν όμως, αντιλαμβάνονται την προδοσία του σχεδίου στον Ιμπραήμ από κάποιον, πιθανώς Τούρκο, από το Σώμα του οπλαρχηγού Ίσκου. Αν και τροποποιούν το σχέδιο, η σύγχυση, ο πανικός την ώρα της Εξόδου και τα τουρκικά πυρά προκαλούν τεράστιες απώλειες. Η υποστήριξη που περίμεναν στον Αϊ-Συμιό από τους μαχητές του Καραϊσκάκη, δεν ήρθε λόγω αιφνίδιας αντικατάστασής του στη ηγεσία των δυνάμεων της Στερεάς Ελλάδας.
Μόλις 1.300 μαχητές κατάφεραν να φτάσουν στην Άμφισσα, ενώ αποδεκατίστηκαν τα γυναικόπαιδα. Όσοι δεν κατάφεραν να βγουν, με αρχηγό τον Χρήστο Καψάλη έβαλαν φωτιά και ανατίναξαν την πυριτιδαποθήκη. Ο δεσπότης Ιωσήφ Ρωγών μετά από σκληρή αντίσταση επί δύο μερόνυχτα στον ανεμόμυλο, έβαλε φωτιά στο τελευταίο βαρέλι με τα πολεμοφόδια ολοκληρώνοντας περίλαμπρα στις 12 Απριλίου του 1826, το Έπος της Εξόδου.

Με τη σύσταση κράτους, η Αιτωλία είναι μια από τις 5 περιφέρειες που συγκεντρώνει ναυπηγικές δραστηριότητες, το Μεσολόγγι μια από τις 23 πόλεις που σχεδιάζεται να ανοικοδομηθούν και οι αλυκές του από τις 6 που λειτουργούσαν τότε. Η ναυτιλία έχει υποστεί μεγάλο πλήγμα, ενώ ο πληθυσμός συγκεντρώνεται στο Μεσολόγγι που φτάνει να έχει 12.000 κατοίκους το 1889. Την περίοδο Τρικούπη (1880-1885) κατασκευάζονται πολλά έργα (π.χ. γραμμή ΣΒΔΕ, λιμάνι Κρυονερίου κ.ά.).
Ίσως να μην είναι γνωστό ότι το Μεσολόγγι έχει και αθλητική παράδοση καθώς πήρε μέρος στους πρώτους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1896. Μάλιστα στον Κήπο των Ηρώων ανεγέρθη το 1996 (με τη συνεργασία της Ελληνικής Επιτροπής Ολυμπιακών Αγώνων) Ολυμπιακό Μνημείο - Βωμός της Ολυμπιακής Φλόγας, που ήρθε τιμητικά στο Μεσολόγγι κατά τη διαδρομή προς την Ατλάντα. την ίδια χρονιά καθιερώθηκε να παραδίδεται από τον Δήμαρχο της πόλεως, περγαμηνή με τον Ολυμπιακό Ύμνο του Εθνικού μας ποιητή Κωστή Παλαμά, σε κάθε πόλη όπου θα διεξάγονται οι Ολυμπιακοί Αγώνες.

Αρχαία Στράτος.

H Aρχαία Στράτος...
Η πόλη Στράτος στην αρχαιότητα ήταν Πρωτεύουσα των αρχαίων Ακαρνάνων. Τα ερείπιά της σώζονται κοντά στη δυτική όχθη του Αχελώου, στο σημείο όπου το ποτάμι φτάνει στην πεδιάδα του Αγρινίου.
Η περιοχή είχε κατοικηθεί από την υστεροελλαδική εποχή. Η πόλη όμως της Στράτου άρχισε να αποκτά σημασία από τον Ε΄ π.Χ. αιώνα. Το 429 π.Χ. και το 391 π.Χ. την πολιόρκησαν χωρίς επιτυχία οι Σπαρτιάτες. Ο Σπαρτιάτης Ευρύλοχος πέρασε το 426 π.Χ. κάτω από τα τείχη της χωρίς να τολμήσει να την προσβάλει. Ογδόντα περίπου χρόνια αργότερα την κατέλαβε ο Βασιλιάς της Μακεδονίας Κάσσανδρος και το 263 π.Χ. οι Αιτωλοί. Το 188 π.Χ. την κυρίεψαν οι Ρωμαίοι. Η παρακμή της άρχισε μετά την ίδρυση της Νικόπολης.
Στην περιοχή σώζονται εντυπωσιακά ερείπια, ανάμεσα στα οποία και ο ναός του Στρατίου Διός (φωτογραφία) . Ο ναός αυτός χτίστηκε τον Δ΄ π.Χ. αιώνα και είναι λίγο μεγαλύτερος από τον αθηναϊκό ναό του ΄Ηφαιστου («Θησείο»). Η ακρόπολη στεφανώνει το βορειότερο ύψωμα του πριβόλου των τειχών, έσχατο οχυρό μάλλον παρά το ιερό κέντρο της πόλεως
Ο επισκέπτης σήμερα μπορεί να περιηγηθεί τον αρχαιολογικό χώρο και να θαυμάσει το μεγάλο αρχαίο θέατρο της Στράτου χωρητικότητας 6000 θεατών. Επίσης σώζονται τα ερείπια της Αγοράς και πολλών δημοσίων και ιδιωτικών κτηρίων. Σε παρακείμενο λόφο υπάρχει ο ναός του Στρατίου Διός. Τα τείχη της Στράτου έχουν κυκλικό σχήμα και σώζονται πύργοι και πύλες των κλασικών χρόνων που διατηρούνται άριστα.

Οινιάδες.

Αρχαίο θέατρο...
Το αρχαίο θέατρο, κτισμένο σε υπέροχα επιλεγμένη τοποθεσία έχει περισσότερες από δύο χιλιάδες θέσεις. Τα δύο τρίτα των κερκίδων του είναι λαξευμένες σε συμπαγή βράχο, πραγματικό θαύμα της υπομονής των αρχαίων τεχνιτών. Η πρώτη φάση της κατασκευής του πρέπει να έγινε τον 4ο π.Χ. αιώνα ενώ το προσκήνιό του το 3ο π.Χ. αιώνα. Στα πρώτα εδώλια αριστερά υπάρχουν επιγραφές σχετικά με απελευθερώσεις δούλων που χρονολογούνται ανάμεσα στο 3ο και 2ο αιώνα π.Χ. Σήμερα διατηρείται σε αρκετά καλή κατάσταση και τα τελευταία χρόνια το υπουργείο πολιτισμού σε συνεργασία με τη τοπική αυτοδιοίκηση διοργανώνουν φεστιβαλικές εκδηλώσεις.

Οινιάδες.

Το αρχαίο λιμάνι...
Είναι μοναδικό στον Ελλαδικό χώρο και η μοναδικότητά του οφείλεται στο ότι ήταν σκαλισμένο στο γιγάντιο βράχο. Η κατασκευή του πρέπει να έγινε τον 3ο π.Χ. αιώνα. Η πόλη διέθετε δύο λιμάνια που σήμερα είναι καταχωσμένα. Σε προεξοχή του εδάφους στη δυτική πλευρά του ενός από αυτά υπάρχει μικρός ναός με πρόναο, σηκό, οπισθόδομο και λείψανα λατρευτικού αγάλματος.

Θέρμο.

Αρχαίο Θέρμο...
Το Αρχαίο Θέρμο, δίπλα στη σύγχρονη ομώνυμη πόλη του Δήμου Θέρμου, βρίσκεται βορειοδυτικά της λίμνης Τριχωνίδος και απέχει 35 περίπου χιλιόμετρα από το Αγρίνιο.
Ο αρχαίος οικισμός χρονολογείται από το τέλος της εποχής του Χαλκού. Στην κλασσική περίοδο ήταν θρησκευτικό κέντρο λατρείας των Αιτωλών και η έδρα της Αιτωλικής Συμπολιτείας. Αμέσως μετά από την εισβολή από Αντιπάτρου και του Καρτερού το 323 Π.Χ. η περιοχή οργανώθηκε. Υπέστη δύο σημαντικές καταστροφές από το Φίλιππο Ε΄ το 218 και το 206 π.Χ.
Η πρώτη ανασκαφή άρχισε από το Γ. Σωτηριάδη το 1897 και διήρκεσε ως το 1908. Οι ανασκαφές συνεχίσθηκαν από τον Κ. Ρωμαίο από το 1912 ως το 1932. Μετά από διακοπή πολλών ετών οι ανασκαφές στο χώρο συνεχίζονται από το 1983 ως σήμερα. Τα σημαντικότερα μνημεία και αρχιτεκτονικά σύνολα της περιοχής είναι:
-Προϊστορικά ελλειψοειδή και τετράπλευρα κτίρια και μέγαρα Α και Β. Των δύο τελευταίων τα ζητήματα χρονολόγησης και χρήσης είναι υπό μελέτη και παραμένουν ανοικτά.
-Ναός Θερμίου Απόλλωνος. Βρισκόταν στο βορειοανατολικό τμήμα του ιερού. Είχε δύο κύριες αρχιτεκτονικές φάσεις: την αρχαϊκή, με σημαντικό κεραμοπλαστικό διάκοσμο και τη φάση του 3ου αιώνα π.Χ.
-Ανατολική και δυτική στοά: ανήκουν σε τύπο που χαρακτηρίζει τη βορειοδυτική Ελλάδα. Μπροστά από την ανατολική υπήρχαν εξέδρες και στήλες με ψηφίσματα προξενίας.
-"Βουλευτήριο": τετράπλευρο κτίριο με πρόσταση, στο νοτιοανατολικό τμήμα του περιβόλου.
-Κρήνη: βρισκόταν βόρεια της δυτικής στοάς. Είχε σχήμα ορθογώνιας δεξαμενής με ημικυκλική εξέδρα στην ανατολική πλευρά.

Αρχαία Καλυδώνα.

Αρχαία Καλυδώνα...
Η ίδρυσή της πόλης χρονικά τοποθετείται στην αρχή της προϊστορίας, περίπου τον 3η χιλιετία π.Χ. και σύμφωνα με τις μαρτυρίες που έχουμε φτάνει μέχρι τους ύστερους Ελληνιστικούς χρόνους.
Η Καλυδώνα έλαβε μέρος στην Αργοναυτική εκστρατεία με το Μελέαγρο, έστειλε ναυτική δύναμη στην Τροία όπου σύμφωνα με τον Όμηρο συμμετείχε στην πολιορκία της, έστειλε στρατό που νίκησε και αναχαίτισε τους επιδρομείς Γαλάτες, και είχε σπουδαίο ρόλο στην Αιτωλική Συμπολιτεία σαν κυρίαρχη πόλη.
Η Καλυδώνα ήταν η μία απ' τις 5 κυριότερες αιτωλικές πόλεις.
Κατά τους χρόνους του Πελοποννησιακού πολέμου ήταν αυτόνομη, αλλά μετά την μάχη των Λεύκτρων επανήλθε στην Αιτωλική κυριαρχία.
Μεγάλες καταστροφές η πολιτεία υπέστη μετά την ήττα των Αιτωλών απ' τον Φίλιππο Ε', αλλά και πάλι κατάφερε να βρει ξανά την αίγλη της...
Το 48 π.χ. αντιστάθηκε στα επεκτατικά σχέδια των Ρωμαίων. Τελικά όμως υποτάχθηκε στις λεγεώνες του Ιουλίου Καίσαρα, που το 30 π.Χ. την κατέστρεψε απ’ τα θεμέλια της και την έσβησε εντελώς από το χάρτη, μεταφέροντας τους κατοίκους της στην νεοϊδρυθείσα από αυτόν πόλη της Νικόπολης και τους θησαυρούς της στην πόλη των Πατρών.
Το χρυσελεφάντινο άγαλμα της προστάτιδας θεάς Αρτέμιδας μεταφέρθηκε κι αυτό στην Πάτρα.
Έκτοτε δεν αναφέρθηκε ποτέ πια ξανά το όνομα της Καλυδώνας.
Η θέση της πόλης εντοπίστηκε, με βάση τις περιγραφές του Στράβωνα από δυο περιηγητές το 1805. Στη συνέχεια ο λέκτορας κλασσικών σπουδών του πανεπιστημίου της Ουαλίας Δρ. Ουίλιαμς Γούντσγουορθ μελέτησε και σχεδίασε λεπτομερείς χάρτες οι οποίοι βοήθησαν 30 χρόνια αργότερα, το έτος 1824, τον αρχαιολόγο καθηγητή Κώστα Ρωμαίο και το Δανό ομόλογό του Fr. Doulsen να φέρουν στο φως όλα όσα ανασκάφτηκαν εκείνη την εποχή.
Απ τις ανασκαφές έχουν βρεθεί αναρίθμητα αντικείμενα ανυπολόγιστης ιστορικής αξίας, τα οποία κοσμούν δυστυχώς τα ευρωπαϊκά μουσεία.
Στο μουσείο μάλιστα του Λούβρου υπάρχει ένα μεγάλο τμήμα που «φιλοξενεί» τα πιο όμορφα αγάλματα που βρέθηκαν στον χώρο της αρχαίας Καλυδώνας.
Το ίδιο επίσης στα αρχαιολογικά μουσεία της Βαρκελώνης, των Βρυξελλών, του Άμστερνταμ και του Βερολίνου. Εκτός από αυτό αξιοπρόσεχτο είναι το γεγονός ότι πολλοί μεγάλοι ζωγράφοι αλλά και γλύπτες έχουν εμπνευστεί απ' τους Καλυδώνιους μύθους και έχουν δημιουργήσει υπέροχα έργα τέχνης που στολίζουν μεγάλα μουσεία σε όλο τον κόσμο.
Επίσης, αρκετά ευρήματα υπάρχουν στο Αρχαιολογικό Μουσείο των Αθηνών (τα πιο πολλά μέσα σε κουτιά στις αποθήκες λόγω έλλειψης χώρου), αλλά και στο Παπαστράτειο Αρχαιολογικό Μουσείο Αγρινίου, όπου εκτίθενται αγάλματα του Μελέαγρου, του Ηρακλή, διαφόρων άλλων θεοτήτων, πιθάρια, υδρίες και πλήθος άλλων εξαιρετικής αξίας και ομορφιάς αντικειμένων...
Την ευθύνη των σύγχρονων ανασκαφών έχει ο Δανός καθηγητής Soren Dietz και η ομάδα του που εδώ και αρκετά χρόνια με υπομονή, επιμονή και αγάπη συνεχίζουν τις ανασκαφικές εργασίες στο χώρο.
Η έδρα τους είναι το κτίριο της αποθήκης της Ένωσης Συν/σμών Μεσολογγίου, που τους έχει παραχωρηθεί και το έχουν διαμορφώσει κατάλληλα σε χώρο αποθήκευσης και καταγραφής των ευρημάτων μέχρι αυτά να προωθηθούν στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Το χώρο αυτό τον χρησιμοποιούν και για κατάλυμα τα μέλη της ομάδας των ανασκαφέων.
Κατά τις τελευταίες ανασκαφές του 2006, ήρθαν στην επιφάνεια κεφαλή της θεάς Κυβέλης σε άριστη κατάσταση αλλά και ο ένας εκ των δύο λεόντων που η θεά ακουμπούσε τα χέρια της...
Το κεφάλι της θεάς κατασκευασμένο από Πεντελικό μάρμαρο, στηριζόταν στο υπόλοιπο κορμό του σώματός της που ήταν προφανώς από άλλο υλικό, ίσως κεραμικό, γι αυτό και υποθέτουν ότι το κεφάλι αυτό μεταφέρθηκε ως λάφυρο από κάποια επιδρομή των Καλυδωνίων.
Στους χώρους των ανασκαφών, με την υπέροχη δουλειά του Δανού καθηγητή αρχαιολογίας dr. Dietz και των μαθητών του υπάρχουν πολλά ενδιαφέροντα ευρήματα. Εκεί αντικρίζει κανείς το αρχαίο θέατρο που είναι σε πολύ καλή κατάσταση και συνεχίζοντας θα περάσει απ το Ηρώο και απ’ τον τάφο του Καλυδώνιου ήρωα Λέοντα.
Στη συνέχεια περνώντας την Ιερά Οδό και τα ερείπια της Στοάς φτάνεις σε έναν βράχο απ’ όπου φαίνεται ο κάμπος του Ευηνοχωρίου και εκεί αντικρίζεις τους χώρους του ναού της προστάτιδας της πόλης Λαφρίας Αρτέμιδας και λίγο πιο δίπλα το ναό του αδελφού της Απόλλωνα, ενώ κάτω απ' τον βράχο αυτόν υπάρχουν και άλλοι τάφοι που έχουν ανοιχθεί.
Ανηφορίζοντας προς την Ακρόπολη, περνάς από το εγκαταλειμμένο και ερειπωμένο εκκλησάκι του Αϊ Γιάννη, όπου είναι χτισμένο πάνω απ' τον ναό του Διόνυσου και μάλιστα χρησιμοποιήθηκαν υλικά απ' τον αρχαίο ναό για το κτίσιμο της εκκλησίας...
Λίγο πιο πάνω φτάνουμε στα τείχη της Ακρόπολης, όπου βλέπουμε διάφορα κτίσματα και θεμέλια μέσα στον χώρο της Ακρόπολης.

Η Αιτωλία και τα Αιτωλικά φύλα.

Το Κοινό των Αιτωλών και ο μετασχηματισμός του στην Αιτωλική Συμπολιτεία.
Η ακμή και η πτώση της Αιτωλικής Συμπολιτείας.

Αυτό που αποκαλούμε σήμερα έθνος των Αιτωλών ήταν ήδη από τα τέλη του 5ου αι. π.Χ. οργανωμένο φυλετικά και διαταγμένο σε κώμες, δηλαδή σε τοπικές φυλές, οι οποίες κατοικούσαν, με βάση τη μαρτυρία του Θουκυδίδη, σε διάσπαρτους ατείχιστους οικισμούς και ήταν : στην αποκαλούμενη «αρχαία» Αιτωλία οι Αιτωλοί και στην αποκαλούμενη «επίκτητο» Αιτωλία οι Οφιονείς με τις ομάδες των Βομιέων και των Καλλιέων, οι Αποδωτοί, οι Αγραίοι, οι Απεραντοί και οι Ευρυτάνες.
Οι Αιτωλοί ήταν θεσσαλική φυλή, η οποία προωθήθηκε προς τα Ν., πριν την κάθοδο των Δωριέων (1.200 π.Χ. περίπου).Η ελληνικότητά της δεν αμφισβητήθηκε ποτέ από τους αρχαίους ιστορικούς, αφού αφενός μεν συμμετείχαν στον Τρωϊκό πόλεμο, αφετέρου δε ήταν ομόγλωσσοι με τους Ακαρνάνες, τους Αχαιούς και τους Μακεδόνες.
Τα Αιτωλικά φύλα, σύμφωνα με τους αρχαίους συγγραφείς, διατηρούσαν την ίδια θρησκεία, την ίδια δυσκολονόητη γλώσσα, τα αυτά ήθη και έθιμα, ενώ θεωρούνταν ότι είχαν και τα ίδια σπουδαία πολεμικά προσόντα. Η πολεμική ικανότητα των Αιτωλών, τονίζεται και στις "Φοίνισσες" του Ευριπίδη. Σε καιρό πολέμου κατέφευγαν σε οχυρωμένες θέσεις, δηλαδή σε ακροπόλεις στην ενδοχώρα της, ορισμένες από τις οποίες υπήρχαν από τον 5ο αι., ενώ στην εχθρική (Δ. του Αχελώου) Ακαρνανία, καθώς και στην παραλιακή (Ν. του Αράκυνθου) Αιτωλία τα πράγματα ήταν πιο εξελιγμένα, αφού οι περιοχές αυτές οδηγήθηκαν νωρίς στην δημιουργία πόλεων, δηλαδή αστικών κέντρων, όπως για παράδειγμα η Καλυδώνα, η Πλευρώνα, η Χαλκίδα κ.α. Αντίθετα η ενδοχώρα της Αιτωλίας φαίνεται πως παρέμεινε για μεγάλο χρονικό διάστημα αποκομμένη από τον υπόλοιπο κόσμο, από τις ιστορικές εξελίξεις, με τον πληθυσμό της διάσπαρτο σε μικρούς οικισμούς αγροτικού χαρακτήρα, σε μια χώρα όλο βουνά, που έμοιαζαν με απόρθητα κάστρα και γι’ αυτό χαρακτηρίζονταν ως λαός αγροίκος και πολεμοχαρής. Ο Όμηρος (Ιλιάδα Β΄, 529 και 549) επαινεί τους Αιτωλούς ως «μεγάθυμους και μενεχάρμαις», (γενναιόψυχους και ακλόνητους στη μάχη). Ο Θουκυδίδης (ΙΙΙ, 94) μιλώντας για το Αιτωλικό φύλο των Ευρυτάνων αναφέρει : «αγνωστότατοι δε γλώσσαν και ωμοφάγοι εισίν ως λέγονται» (μιλάνε μια άγνωστη γλώσσα και τρώνε ωμό κρέας).
Ωστόσο τα φύλα αυτά είχαν Παναιτωλική συνείδηση, τη βεβαιότητα δηλαδή, την αίσθηση ότι ανήκαν στο ίδιο έθνος, αυτό των Αιτωλών και γι΄ αυτό εξάλλου, προκειμένου να είναι ισχυροί και ικανοί να αντιμετωπίσουν οποιοδήποτε κίνδυνο, όχι μόνο από το 367 π.Χ., αλλά ήδη από τον 5ο αι. π.Χ. οι Αιτωλοί είχαν ιδρύσει το Κοινό. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός πως ήδη από το 426 π.Χ. οι Αιτωλοί στέλνουν όλοι μαζί απεσταλμένους των φυλών τους στους Πελοποννήσιους, γεγονός που αποδεικνύει πως μια κεντρική «αρχή-κυβέρνηση» κατευθύνει τις στρατιωτικές επιχειρήσεις και την εξωτερική πολιτική των Αιτωλικών φύλων.
Το Κοινό αυτό είχε ομοσπονδιακή συνέλευση, εκλεγμένη βουλή και εκλεγμένους επώνυμους άρχοντες. Οι τρεις επώνυμοι άρχοντες που αναλάμβαναν κάθε χρόνο να εκτελέσουν τις αποφάσεις της συνέλευσης και της βουλής ήταν ο Στρατηγός (στρατιωτική και πολιτική εξουσία), ο Γραμματέας της Συμπολιτείας (γραφειοκρατικά και λειτουργικά θέματα) και ο Ίππαρχος (αρχηγός του ιππικού).
Κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου και αμέσως μετά, σταδιακά το Κοινό των Αιτωλών μετασχηματίζεται από φυλετικό έθνος-κράτος, σε ομοσπονδία πόλεων, την περίφημη δηλαδή Αιτωλική Συμπολιτεία, με κύριο χαρακτηριστικό της την πλήρη Ισοπολιτεία, δηλαδή την ισότητα και την ισορροπία των απαρτιζόντων μελών της (δηλαδή των τοπικών φυλών), αφού η εξουσία ασκούνταν σε ομοσπονδιακό επίπεδο και οι όποιες πολιτικές και στρατιωτικές κινήσεις συναποφασίζονταν από όλες τις φυλές.
Περί τα μέσα του 4ου αι. π.Χ. οι συνασπισμένοι και δυνατοί Αιτωλοί αρχίζουν την ανοδική τους πορεία στο ελληνικό πολιτικό σκηνικό, αποσπούν την Καλυδώνα από τους Αχαιούς, προσαρτούν τη Ναύπακτο (338 π.Χ.) και τους Οινιάδες (330 π.Χ.), ενώ το 323 π.Χ. συμμαχούν με τους Αθηναίους και τους άλλους Έλληνες και συμμετέχουν στο Λαμιακό πόλεμο κατά των Μακεδόνων. Το 291 π.Χ. κατακτούν τους Δελφούς, ενώ το 279 π.Χ. μετά τη νίκη εκεί επί των βαρβάρων Γαλατών, η Αιτωλική Συμπολιτεία από «ιερόσυλοι καταπατητές» του ιερού του Απόλλωνα, μετατράπηκαν μέσα σε λίγα χρόνια σε σωτήρες και στην μεγαλύτερη δύναμη στον Ελλαδικό χώρο, τουλάχιστον μέχρι το 220 π.Χ. οπότε και αρχίζει ο Συμμαχικός Πόλεμος. Κατά τη διάρκεια αυτού, η Αιτωλική Συμπολιτεία βάλλεται ταυτόχρονα από την Αχαϊκή Συμπολιτεία, τους Μακεδόνες, τους Ηπειρώτες, τους Θεσσαλούς, τους Βοιωτούς, τους Φωκείς και τους Ακαρνάνες. Αποτέλεσμα αυτής της οργανωμένης επίθεσης ήταν και η καταστροφή του Θέρμου από τον Φίλιππο τον Ε΄ το 218 π.Χ.
Οι Μακεδονικοί πόλεμοι που ακολούθησαν (212 π.Χ. και 200 π.Χ.), παρά τις όποιες έξυπνες συμμαχίες που συνήψαν οι Αιτωλοί, δεν τους επέτρεψαν να ανακάμψουν. Έτσι το 189 π.Χ. με τη σύναψη της Αιτωλο-ρωμαϊκής συνθήκης ειρήνης, υπογράφεται και η «ληξιαρχική πράξη» του τέλους της Αιτωλικής Συμπολιτείας. Έκτοτε ο πληθυσμός της Αιτωλίας μειώνεται κι εξαθλιώνεται από τους συνεχείς πολέμους και τις ληστρικές επιδρομές. Άλλοι Αιτωλοί γίνονται δούλοι και άλλοι μισθοφόροι των Πτολεμαίων στην Αίγυπτο. Το 31 π.Χ. μετά τη ναυμαχία στο Άκτιο οι κάτοικοι των Ακαρνανικών πόλεων, αλλά και πολλοί Αιτωλοί μετοικίζουν αναγκαστικά από τον Αύγουστο στη νεοϊδρυθείσα Νικόπολη. Τελικά το 20 π.Χ. ολόκληρη η Αιτωλία υπάγεται στην Ρωμαϊκή «επαρχία της Αχαΐας».
Επίλογος.
Είναι γενικώς αποδεκτό στην αρχαιολογία πως η μορφή των τάφων και ο πλούτος που καθρεφτίζεται στο περιεχόμενό τους, δηλαδή στις προσφορές των ζωντανών προς τους αγαπημένους νεκρούς τους, μαρτυρά και το πολιτιστικό επίπεδο ενός λαού.
Τα ελληνικά Αιτωλικά φύλα, που κατοικούσαν στην αρχαιότητα μια έκταση πολύ μεγαλύτερη από το σημερινό νομό Αιτωλοακαρνανίας, είχαν κοινές ιστορικές καταβολές και θρησκευτικές παραδόσεις με τους υπόλοιπους Έλληνες. Επιπλέον οι πρωτοποριακοί δημοκρατικοί θεσμοί που εφαρμόστηκαν στην περιοχή, μετά τη συγκρότηση του Κοινού των Αιτωλών και της Αιτωλικής Συμπολιτείας, προσθέτουν επίσης πληροφορίες για το πολιτιστικό επίπεδο του λαού που δυσφημίστηκε από τους αρχαίους ιστορικούς.Ο χαρακτηρισμός λοιπόν των Αιτωλών από το Θουκυδίδη τον 5ο αι. π.Χ. ως ημιβάρβαρους που μιλάνε μια γλώσσα ακατανόητη και τρώνε ωμό κρέας, που ζουν διάσπαρτοι σε μικρούς οικισμούς αγροτικού χαρακτήρα, σε μια χώρα όλο βουνά, που μοιάζουν με απόρθητα κάστρα, οφείλεται σε προπαγάνδα των εκνευρισμένων και ηττημένων από τους Αιτωλούς το 426 π.Χ. Αθηναίων, όταν προσπάθησαν ανεπιτυχώς να καταλάβουν την Αιτωλία, αλλά και σε άκριτη αντιγραφή αυτών των προπαγανδιστικών πληροφοριών από ιστορικό σε ιστορικό (π.χ. από το Θουκυδίδη, στον Πολύβιο και μετά στον Ρωμαίο Τίτο Λίβιο).
Η προπαγανδιστική αυτή εικόνα, που συναντάμε στις αρχαίες γραπτές πηγές, των βαρβάρων Αιτωλών, έχει σήμερα τελείως ανατραπεί με τη βοήθεια των αρχαιολογικών ευρημάτων.

Αιτωλία...

Μοναδική φύση, μαγευτικά τοπία, αξεπέραστη ομορφιά...