Η Μάχη της Τέρνοβας


Ο Τζαβέλλας μετά τις πρώτες επιτυχίες, για να μπορέσει να εκμεταλλευθεί τις ευρύτερες δυνατότητες που διανοίγονταν πέρα από την αρχική αποστολή του, ζήτησε από τον Κυβερνήτη να στείλει επειγόντως ενισχύσεις. Ο Καποδίστριας έστειλε αμέσως την Γ΄ χιλιαρχία υπό τον Ι. Στράτο.
Στις αρχές Οκτωβρίου η τύχη των πολιορκουμένων στη Λομποτινά απασχολούσε και τους δύο αντίπαλους στρατούς. Ο Τζαβέλλας, μετά τη μάχη της Γραμμένης Οξυάς είχε στείλει τον Χρ. Φωτομάρα με ισχυρή δύναμη για να ενισχύσει τα ελληνικά τμήματα, που βρίσκονταν στην περιοχή της Λομποτινάς. Παράλληλα 2.000 Τούρκοι περίπου, υπό τους Οσμάν πασά και Ασλάμπεη Μουχουρδάρη, κατέλαβαν τα χωριά Κλεπά, Αβόρανη, και Αγίους Αποστόλους, με σκοπό να προωθήθουν περισσότερο, ώστε να δώσουν βοήθεια στους πολιορκουμένους στη Λομποτινά Καφτάναγα και Αχμέτ Πρεβίσταν.
Ο Τζαβέλλας μαζί με τον Ι. Στράτο, που είχε φτάσει τότε στην Αρτοτίνα, αποφάσισαν να καταλάβουν χωριά κοντά στις θέσεις των εχθρών και στρατοπέδευσαν στο χωριό Ζελίστα ως κέντρον. Από εκεί, ύστερα από συμβούλιο, έστειλαν στη Στρωμίνιανη τον Πανομάρα με δύο εκατονταρχίες, και από δύο εκανταρχίες στην Παλούκοβα και στην Τέρνοβα, ενώ η υπόλοιπη δύναμη έμεινε στη Ζελίστα.
Η μετακίνηση αυτή και ανάπτυξη των ελληνικών δυνάμεων κατατάραξε τους Τούρκους που «απεφάσισαν να δοκιμάσουν την τύχην των με πόλεμον», καθώς βιάζονταν να βοηθήσουν τη Λομποτινά.
Συγκεντρώθηκαν τότε στους Αγίους Αποστόλους με σκοπό να επιτεθούν στις 10 Οκτωβρίου εναντίον της Τέρνοβας.
Οι Έλληνες είχαν έγκαιρα την πληροφορία «από ανθρώπους ελθόντας εν είδει κατασκοπής εκ του στρατοπέδου των εχθρών», ότι η επίθεση θα άρχιζε την αυγή, και αποφάσισαν, σε νυκτερινό συμβούλιο, ο διοικητής της Γ΄ χιλιαρχίας Ι. Στράτος να καταλάβει με δύναμη 300 ανδρών δύο θέσεις πλάι στην Τέρνοβα και να επιπέσει εναντίον των εχθρών από τα νώτα, όταν θα άρχιζε η μάχη.
Οι θέσεις καταλήφθηκαν και επιπλέον ειδοποιήθηκαν όλα τα χωριά «διά να τρέξουν, άμα αρχίσει η μάχη». Το σχέδιο όμως δεν μπόρεσε να εφαρμοσθεί, γιατί οι Τούρκοι δεν ξεκίνησαν την αυγή και ο Στράτος, κρίνοντας ότι δε θα κινηθούν, άφησε τις θέσεις που κατείχε και κατευθύνθηκε προς την Τέρνοβα. Τότε όμως ξεκίνησαν και οι Τούρκοι και έτσι έγινε συνάντηση των αντιπάλων στον δρόμο. Ο Στράτος κατέλαβε εσπευσμένα ένα σπίτι σε κατάλληλη θέση «διά να απαντήσει την δύναμιν και την πρώτην ορμήν των εχθρών», και διέταξε τον Β΄ πεντακοσίαρχο της χιλιαρχίας του Ι. Μπαϊρακτάρη και τους άλλους αξιωματικούς του αποσπάσματος να καταλάβουν άλλα σπίτια και όποιες θέσεις προφθάσουν. Οι Τούρκοι όρμησαν «με δέκα σημαίας» από τρία μέρη και κατόρθωσαν να φθάσουν ως το σπίτι, όπου ήταν οχυρωμένος ο Στράτος. Εκεί αποκρούσθηκαν «και όσοι επλησίασαν, όλοι εφονεύθησαν». Επέμεναν όμως οι Τούρκοι στις επιθέσεις τους και τοποθέτησαν «πάτερα» στο σπίτι για να ανέβουν επάνω, αλλά δεν το πέτυχαν. Ο Μπαϊρακτάρης, θεωρώντας ότι το σπίτι, όπου βρισκόταν ο αρχηγός του, είχε περικυκλωθεί από τους εχθρούς, «ώρμησε με όλους κατ' αυτών και άρχισεν ο πόλεμος στήθος με στήθος».
Στο μεταξύ ο Κίτσος Τζαβέλλας από το στρατόπεδο της Ζελίστας είχε ανέβει στο βουνό και παρατηρούσε τις κινήσεις των εχθρών. Όταν άρχισε η μάχη, διέταξε το τμήμα του να ρίξει πυροβολισμούς για να εμψυχωθούν αυτοί που πολεμούσαν και κινήθηκε προς βοήθειά τους. Συγχρόνως πυροβόλησαν αυτοί που φύλαγαν την Τρανή Παλούκοβα και φάνηκε να έρχεται από τη Στρωμίνιανη ο Γιαννούσης Πανομάρας. Από την Αρτοτίνα έτρεξε ο εκατόνταρχος Γιαννάκης Τζαβέλλας με την εκατονταρχία του και με όλους του κατοίκους.Αλλά οι ενισχύσεις αυτές δεν πρόφθασαν τη μάχη. Οι Τούρκοι, που οι επιθέσεις τους αποκρούονταν στο χώρο της συγκρούσεως, «μη ημπορούντες πλέον να ανθέξουν εις την φωτιάν των Ελλήνων, και βλέποντες όλα τα βουνά να αστράφουν από τας ερχομένας βοηθείας, ετράπησαν εις φυγήν, και οι Έλληνες τους κατεδίωξαν με άκραν ζημίαν έως επάνω εις τους Αγίους Αποστόλους», όπου είχαν προμαχώνες.
Η μάχη κράτησε μόνο μισή ώρα. Οι Τούρκοι είχαν απώλειες 120 νεκρούς και πολλούς τραυματίες. Οι Έλληνες μόνο 8 τραυματίες.


Ιστορία του Ελληνικού Έθνουςτ. ΙΒ΄ σελ. 505